Η έκτυπη μορφή του ονόματος του Lawrence Durell στον περίπατο, έξω από το μποσκέτο της Κέρκυρας

bosk1

Συνάντησα κι εγώ την έκτυπη μορφή του ονόματος του Lawrence Durell στον περίπατο, έξω από το μποσκέτο της Κέρκυρας. Κοντοστάθηκα, παραξενεύτηκα και φωτογράφισα το όνομα του «άπατρι» όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Στην Κέρκυρα έζησε πριν τον πόλεμο μια μποέμικη ζωή και έγραψε για τη ζωή του εκεί την αφήγηση – το οδοιπορικό «Στη σπηλιά του Πρόσπερο» Prospero’ s Cell αναμνήσεις σκόρπιες σκοπίμως, εντυπώσεις και παρατηρήσεις.

bosk2
Το βιβλίο κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά – δεν το έχω διαβάσει ακόμη- αλλά και δωρεάν από το Scribdd για όποιον έχει την άνεση να το διαβάσει στο πρωτότυπο. Για τον Durell τα αισθήματά μου είναι αμφιθυμα. Είχα διαβάσει παλιά το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο και με μάγεψε. Μούδιασα όμως ξεφυλλίζοντας τα Ελληνικά Νησιά του, για την περιφρόνηση με την οποία μιλά για τους ντόπιους, μαρτυρίες και παράπονα κρατουμένων από τους Άγγλους Κυπρίων μαθητών του επί Αγγλικής Κατοχής στην Κύπρο, και είχα την υπομονή να διαβάσω μέχρι τέλους τα Πικρολέμονα – και την απάντηση του Κώστα Μόντη τις Κλειστές Πόρτες. Τα υπόλοιπα όποιος ασχοληθεί περισσότερο με την Κύπρο και την ιστορία εκείνης της εποχής θα μάθει, θα καταλάβει ίσως το γιατί όλα αυτά. Βαριές κατηγορίες έχουν ακουστεί.
Μια περίεργη σύμπτωση, αφορμή για αυτή την ανάρτηση:
Από την Κέρκυρα στην επίσκεψή μου τον Οκτώβριο του 2013  αγόρασα δυο βιβλία. Το «Οι ψίθυροι στους τοίχους» της Κατίνας Βλάχου και την πρόσφατη ποιητική συλλογή του εξαίρετου Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη « Στη γλώσσα της Υφαντικής». Το πρώτο το διάβασα απνευστί στο ταξιδι και έγραψα  επί τόπου ένα μικρό σημείωμα που ανάρτησα στο διαδίκτυο. Από το δεύτερο, διάβασα απόψε ένα ποίημα για αυτή την έκτυπη μορφή του ονόματος. Με εντυπωσίασε η σύμπτωση! Το αντέγραψα και το παραθέτω.
Δεν μπορώ να διεισδύσω στο βάθος των υπαινιγμών. Των ανεξαργύρωτων λογαριασμών του ποιητή. Το αίσθημα όμως το ψυχανεμίζομαι. Τον σαρκασμό και την αναφορά στο κελί του Πρόσπερου. Τώρα στης θλίψης το κελί μονάζω.

ΟΠΟΥ Ο LAWRENCE DURELL
ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΚΤΥΠΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ
ΣΤΟ ΜΠΟΣΚΕΤΟ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΩΣ

(του Κυριάκου Χαραλαμπίδη)

Σχεδόν αστείο. Εγώ που ήμουν κάποτε φιλέλλην
και πανηδονιστής, τώρα να ντρέπομαι
γι’ αυτό που βλέπω. Και να λαχταρώ
του ρόδου τη φρεσκάδα
σ’ αυτά εδώ της Κόλασης τα χιόνια
Ήμουν, θυμάμαι, ακόλαστος χωρατατζής
και πλήγωνα βαθειά την έσω μου ευκοσμία.
Τώρα το ξέρω, τα γεμάτα θύελλα πόδια
των δημοτών της Οικουμένης θα ταιριάζαν
κομμάτι και σε μένα, υπό τον όρο
να χόρευα με γνήσια συγκίνηση μυουμένου
Και ετοιμοθάνατου γερόντου.

Ωστόσο
Καιρός υπάρχει ακόμα για το Τίποτα.
Έχουν οι Τέχνες είδωλα σπουδαία,
περίτεχνες κομμώσεις, ποίηση ακατάπαυστη,
σαν δεις το θάνατο από κάπου∙ κι αν η σκόνη
των πέντε – δέκα αισθήσεων που μας έχουν
δοθεί από πάνω, ακόμα λειτουργεί.
Ο πολυμήχανος εγώ που υπήρξα
της ιστορίας ο αγαπητικός
κάνοντας τσιριμόνιες στην Αλήθεια,
τώρα της θλίψης το κελί μονάζω

bosk3

Πόλυ Χατζημανωλάκη

7 Οκτωβρίου 2013

Ο Γιώργος Σεφέρης και η Μαρώ αντιγράφουν σε ένα τετράδιο τις Ωδές του Ανδρέα Κάλβου

«Δεν υπάρχει γνωστή προσωπογραφία του Ανδρέα Κάλβου», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στις Δοκιμές. «Καμιά φορά, όταν ο στίχος του επιμένει στο μυαλό μου, τον αισθάνομαι σαν ένα ανθρώπινο σχήμα που αγωνίζεται με τις απελπισμένες χειρονομίες του τυφλού, να παραμερίσει ένα αψηλό παραπέτασμα που τον σκεπάζει…»

Αυτά και άλλα κείμενα άλλων – που όλοι «αισθάνθηκαν», μεταγενέστεροι ποιητές,  με βοήθησαν κάποτε να συνθέσω μια προσωπογραφία του Κάλβου: «Η άγνωστη όψη του Κάλβου και οι απόψεις για τον χαρακτήρα του». Δημοσιεύτηκε στο πρώτο μου μυθιστόρημα (Οι Μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ) και  αλλά και το ιστολόγιό μου τις Πινακίδες από κερί εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html

Ετσι λοιπόν, πριν μερικές μέρες, όταν είδα στο κτίριο της Κριεζώτου του Μουσείου Μπενάκη την σελίδα από το προσωπικό ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη εκεί που ακριβώς είχε γράψει αυτές τις αράδες, ήταν σαν να είδα από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος αυτό το ανθρώπινο σχήμα, τις απελπισμένες χειρονομίες του – να διαγράφεται.
Είδα ακόμα και το τετράδιο, όπου στο Γιοχάνεσμπουργκ, μαζί με την Μαρώ, αντέγραφαν τις Ωδές. Εκεί στο στερέωμα της Νότιας Αφρικής γράφει αλλού ο Σεφέρης, βρισκόταν «η αρχή της αιτίας που μ’  έκανε να συνδέσω τόσο συχνά το πρόσωπο ή τη φωνή του Κάλβου με παραστάσεις άστρων»…

Ο ποιητής στο γραφείο του λοιπόν και χρόνια μετά τα τεκμήρια. Τα χαρτιά του.

kalv1

kalv2

kalv3

kalv4kalv5

Απόκρυψη/ανεύρεση θησαυρών: Αληθινές ιστορίες σε μικρή φόρμα

thes2

Θησαυρός από τον Άγιο Ιωάννη το Ρέντη Αττικής

Χρονολογία απόκρυψης περί το 325 – 300 π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1962

Σύνθεση: 13 αργυρά Αθηναϊκά νομίσματα σε λύχνο

Thes1

Θησαυρός από τη Μύρινα Καρδίτσης
Χρονολογία απόκρυψης περί το 440 π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1970

Σύνθεση: 149 στατήρες Αιγίνης σε μελαμβαφή όλπη

thes3

Θησαυρός από το Μούλκι Κορινθίας
Χρονολογία απόκρυψης περί το 350 – 325 π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1958

Σύνθεση: 149 αργυρές υποδιαιρέσεις σε αμφορέα – πελίκη

thes4

Θησαυρός από τη Νάξο
Χρονολογία απόκρυψης περί τα 150π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1926

Σύνθεση: 72 αργυρές υποδιαιρέσεις και δύο χάλκινες κοπές σε πήλινο αγγείο

Μαρτυρίες και πειστήρια, μικρές ιστορίες τελευταίων στιγμών

kar

Φωτογράφισα και το πιστόλι με το οποίο αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης. Βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη, στο κτήριο της Κριεζώτου. Το είχε αγοράσει την ίδια μέρα που το χρησιμοποίησε. Αυτό το επιβεβαιώνει ο γιος του οπλοπώλη, ο κύριος Γιάννης Αναγνωστόπουλος σε ένα αφιέρωμα του Φρέντυ Γερμανού στην ΕΡΤ. Εκεί είπε ακόμη ότι το πιστόλι ήταν μάρκας Μπράουν, από αυτά δηλαδή  που γεμίζουν από την κάτω πλευρά, κατά τα λεγόμενά του.  Διαβάζω ωστόσο στο  ανάγλυφο του όπλου να γράφει  Bayard, που παραπέμπει σε  ένα τύπο Βελγικών πιστολιών που φαίνεται να είχε κατασκευαστεί στα 1908. Ίσως το Μπράουν να είναι μια γενικότερη κατηγορία στα οποία υπάγεται το Bayard.
Είπε ακόμα ο γιος του οπλοπώλη – ήταν παιδάκι οκτώ ετών στα 1928 – ότι ο Καρυωτάκης επέστρεψε μετά την αγορά θυμωμένος  στο οπλοπωλείο και διαμαρτυρήθηκε ότι το πιστόλι ήταν ελαττωματικό, ότι δηλαδή δεν λειτουργούσε.

Ο οπλοπώλης του εξήγησε ότι δεν είχε βγάλει την ασφάλεια. Ο οπλοπώλης υποψιάστηκε ότι θα το χρησιμοποιούσε αυθημερόν και έστειλε στο κατόπι του τον μικρό. Μια περίεργη σύμπτωση όμως έκανε το μικρό να τραυματιστεί από ένα σπασμένο τζάμι βιτρίνας στο πόδι και έτσι δεν τον ακολούθησε…
Για το σημείωμα της αυτοκτονίας, που κι αυτό φαίνεται στην φωτογραφία,  ξέρουμε πια ότι ήταν κομμένο από τετράδιο που το έδωσε ο αδελφός το καφετζή, ο κύριος Ηρακλής  Ντούσιας εκεί που πήγε να παραγγείλει μια βυσινάδα και ζήτησε χαρτί για να γράψει. Επινε τη βυσινάδα του  και έγραφε.   Φαίνονται στη φωτογραφία και οι εσοχές από το συρραπτικό, στη δεξιά και την αριστερή πλευρά του…
Ο κύριος Ηρακλής Ντούσιας ήταν ο τελευταίος που είδε τον Καρυωτάκη ζωντανό.

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ…»

Είδα το Σουραυλή (οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη)

Sour

Είχα μάθει για την έκθεση φωτογραφίας του Wolf Suschitzsky στο διαδίκτυο για την Σκιάθο του 1960, την Αθήνα και την Ύδρα της ίδιας εποχής, στο Μουσείο Μπενάκη της Κριεζώτου. Τις περισσότερες φωτογραφίες τις είχα ήδη δει στο διαδίκτυο όπως διαπίστωσα πηγαίνοντας. Και το γλέντι στη Σκιάθο και τα «γραϊδια», και εκείνη με τα παιδιά που σκύβουν από το βράχο – ο Μύτικας πρέπει να είναι στις Πλάκες –  εκεί που κάνουν τις βουτιές τους ακόμα και σήμερα, όπως ακριβώς το περιγράφει ο Παπαδιαμάντης στο Βαρδιάνος στα Σπόρκα και είχα γράψει και φωτογραφήσει κι εγώ. για το δικό μου οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη.
Για μια φωτογραφία  όμως και μόνο μία που δεν κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, άξιζε η επίσκεψη. Είναι ένα αγόρι που σφυρίζει. Γιοκαρίνα, φλογέρα, δεν ξέρω τι ακριβώς. Ο μικρός βοσκός ο Σουραυλής, στο Μυρολόγι της φώκιας αυτοπροσώπως,  που σφυρίζει μελωδία χαρούμενη και εκνευρίζει τη γρια Λούκαινα: «Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ… Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος* εἶναι.»
Ο μικρός Σουραυλής και η μελωδία του  είναι που κάνει την  εγγονή της την Ακριβούλα να χασομερήσει, να τον βλέπει, να τον θαυμάζει να τον χαζεύει.

Μικρό εικονοστάσι γυναικείων ονομάτων, από το Κοιμητήριο της Σκιάθου

Μικρό εικονοστάσι γυναικείων ονομάτων, από το Κοιμητήριο της Σκιάθου, τα Μνημούρια. Τα ίδια ονόματα, έρχονται και επανέρχονται. Η Ουρανία, η Συραϊνιώ, η Κυρατσώ, η Ματούλα, το Μαλαμώ, το Βαρσαμώ. Εκεί πιο πίσω, νιώθεις πως είναι και οι άλλες που μνημονεύονται, αυτές που κεντούν τον κόσμον όλον, ή τον βλέπουν στο παράθυρό τους με ένα τηλεσκόπιο, ή ξετρελλαίνουν εκείνον τον Αγρίμη μια Πρωτομαγιά Θεσπεσία, η Ματή. Αυτή  η Ματούλα πρόσεξα πως λέγεται Μυγδαλάκη, όπως η Μαριγώ το Πετρί στην Αγάπη στον Κρεμνό που είχε παντρευτεί το Γιάννη και είδα τη φωτογραφία τους στο Μουσείο. Η Μαριγώ που ήθελε να κάνει κούνια και ο Γιάννης της της παραπονιόταν ότι είναι πια παντρεμένη και δεν χωράνε αυτά τα παιχνίδια. Στο τέλος όμως της έκανε το χατήρι και της έφτιαξε ένα σπιτάκι στην άκρη του γκρεμού να χαίρεται και να λικνίζεται και να θυμάται τα παιδικά παιχνίδια.  Δεν είχαν παιδιά όμως, μόνο ένα ψυχογιό. Αυτή η Ματούλα θα είναι ανεψιά τους.
Υπάρχει και μια Σταυρούλα που δολοφονήθηκε και μια Daisy που δεν την πήραν πίσω στην πατρίδα της. Ποιος θα την θυμάται αυτήν την Daisy;

 

c1c2

c3c4c5c6c7c8c9

Ο μεν Καπταγιάννης έκανε μεγαλυτέραν εντύπωσιν, με την κατάλευκον στολήν του, την κάσκαν του και τα λευκά παπούτσια του […] ο δε Παπαδιαμάντης ο φτωχός δεν εγέμιζε το μάτι κανενός

Στο τελευταίο μου ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, στα τέλη του προηγούμενου μήνα, έβρεχε και δεν πρόλαβα να κάνω τους περιπάτους που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου. Νομίζω έβρεχε τριάντα μέρες στη σειρά, όπως μου είπε ένας φίλος, νέος φίλος και εξαιρετικός διηγηματογράφος που συνάντησα εκεί και που ελπίζω να έχω την ευκαιρία να διαβάσω πάλι. Επιστρέφοντας λοιπόν από ένα καφέ κάπου κοντά στο Βιβλιορρυθμό, τρύπωσα – θα σας γελάσω τώρα ποιος δρόμος ήτανε – σε ένα μπαζάρ βιβλίου, από αυτά που ούτε στην Αθήνα ούτε και όπου αλλού τα συναντήσω αποφεύγω, από μια ανεξήγητη τάση, μια περιέργεια μήπως και μήπως, ξέρετε μήπως και συναντήσω κάτι. Πράγματι βρήκα Άπαντα τα θεατρικά της Μαρίας Λαϊνά και του Γιώργου Μανιώτη εκδόσεις Αιγόκερως νομίζω, αγόρασα το δοκίμιο του Αντωνέν Αρτώ για τον αυτόχειρα της κοινωνίας, τον Βίνσεντ Βαν Γκ. και την επιστολή του Κάφκα προς τον πατέρα. Με τις αεροπορικές εταιρίες χαμηλού κόστους που ταξιδεύουμε, πρέπει να το σκέφτεσαι διπλά και τριπλά πριν αποφασίσεις να προσθέσεις βάρος στο σακίδιο και έτσι, αντιστάθηκα στον πειρασμό να αγοράσω το βιβλίο του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, καθηγητού του πανεπιστημίου της Βιέννης «Πηγαί και έρευναι περί της ιστορίας του Ελληνισμού από το 1453, τόμος τέταρτος» που περιείχε ένα αφιέρωμα και στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Εκδόσεις Παπαζήση, 1971, υποθέτω όσοι συχνάζουν στα φιλολογικά σπουδαστήρια θα μπορούν να ανατρέξουν. Η απαλλοτρίωση του σπιτιού του Παπαδιαμάντη από τον Δήμο Σκιάθου, κάτι σχετικά με τα περιουσιακά που αφορούσε τις αδελφές του – δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς – και μια μαρτυρία του Αθανασίου Τριακόσια, Σκιαθίου ψάλτου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που έγινε εν έτει 1958 – τότε που γεννήθηκα δηλαδή. Ο Αθανάσιος Τριακόσιας είχε γεννηθεί στα 1896, δεν αναφέρεται πότε συνάντησε τον Παπαδιαμάντη, το πολύ όμως να ήταν 15 ετών, μια και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πέθανε στα 1911. Στο διάστημα πριν το 1911 θα τον πρόλαβε.
Διάβασα στα όρθια δυο κείμενα και τράβηξα φωτογραφίες με το κινητό.
Γράφει λοιπόν για μια συνάντηση με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, στις 24 Ιουνίου, το γενέθλιον του Προδρόμου, στην εκκλησία του Αη Γιάννη του Κρυφού. Για την επίσκεψή μου στον Αη Γιάννη τον Κρυφό παραπέμπω στο Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη στο περιοδικό Οροπέδιο, αλλά και στο ιστολόγιό μου τις flaneries. (βλ. σχόλια) Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ερχόταν λέει με έναν ασπροφορεμένο ναυτικό με κάσκα.:
«Να ο ένας είναι με τα άσπρα ρούχα και την κάσκα, ο καπταγιάννης ο Καβούρης, πιλότος του Ισθμού του Σουέζ, όστις ήρχετο με κονζέ κάθε χρόνο και παραθέριζε, και ο άλλος ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Και ο μεν Καπταγιάννης έκανε μεγαλυτέραν εντύπωσιν, εις πολλούς απλοϊκούς, με την κατάλευκον στολήν του, την κάσκαν του και τα λευκά παπούτσια του και το σπουδαιότερον με τις άφθονες αιγυπτιακές λίρες του και τα πλούσια φαγοπότια, ο δε Παπαδιαμάντης ο φτωχός δεν εγέμιζε το μάτι κανενός, εκτός των ολίγων που τον ήξεραν, με τα ρούχα που φορούσε όλο το χρόνο τα ίδια. »
Αυτός λοιπόν ο Γιάννης ο Καβούρης, πρέπει να είναι ο Γιαννάκης του Αργυρού, ο φίλος του Παπαδιαμάντη που τον συνοδεύει στο διήγημα Αγάπη στον κρεμνό, στο σπίτι του Γιάννη του Πετριού και που κατά τα άλλα φιλόξενος οικοδεσπότης τον θεωρεί υπεύθυνο για την μετανάστευση του παραγιού του στην Αίγυπτο. Τον έχει εκλάβει για κάποιον άλλον, γιατί υπάρχουν φαίνεται πολλοί Γιάννηδες. Όπως φαίνεται στο απόσπασμα από το διήγημα, ευκαιρία για να διασταυρώσουμε ότι αυτός ο φίλος είχε έρθει επ’ αδεία στην πατρίδα, τότε που συνέβη αυτή η συνάντηση και την αναφέρει και ο Αθανάσιος Τριακόσιας.
« Κάποιος ἄλλος Γιάννης, διαμένων εἰς τὸ Πὸρτ-Σαΐδ, ἔλεγεν ὅτι τοῦ εἶχεν ἀποπλανήσει τὸ κοπέλι ποὺ εἶχε, τὸν παραγυιόν του, καὶ τὸν ἐπῆρε μαζί του εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὁ Γιαννάκης τ᾿ Ἀργυροῦ, ὁ φίλος μου, διέτριβε καὶ αὐτὸς ἀπὸ χρόνων περὶ τὸ Σουέζ, εἰς Ἰσμαηλίαν, καὶ ἦτο ὀνομαστὸς «πιλότος τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρείας, ἔχων ἀποδοχὰς ἴσας περίπου μὲ τὰς τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἶχε δὲ ἔλθει τότε ἐπ᾿ ἀδείᾳ εἰς τὴν πατρίδα. Ὁ Γιάννης τ᾿ Πετριοῦ, Γιάννης αὐτός, συνέχεε τὸν ἄλλον Γιάννην τοῦ Πὸρτ-Σαῒδ μὲ τὸν καπετὰν Γιαννάκην τὸν παρόντα, καὶ οὕτω δι᾿ ἀλλοκότου

παραλογισμοῦ ἐγίνετο εἰς τὸν ἐγκέφαλόν του ἀληθὴς χορὸς Γιάννηδων.»

Δεν μπόρεσα να βρω φωτογραφία ή εικόνα πιλότου του καναλιού του Σουέζ με την κάσκα. Βρήκα όμως, και οι ηλικίες ταιριάζουν, μια και πρόκειται για συνομίληκο με τον Παπαδιαμάντη, την φωτογραφία του Κασιώτη καπετάνιου Νικήτα Μαυράκη (1859 – 1930) που ήταν ο πρώτος πιλότος στο κανάλι του Παναμά στα 1914. Εννοείται ότι το κανάλι του Παναμά είχε φτιαχτεί σύμφωνα με την εμπειρία του καναλιού του Σουέζ. Ήταν εξαιρετικών ικανοτήτων που επελέγη ανάμεσα σε δεκάδες υποψήφιους από τους Αμερικανούς ιδιοκτήτες του καναλιού. Υπήρχε Ελληνική κοινότητα στον Παναμά από ότι διαβάζω. Δεν γνωρίζω πολλά περί τα ναυτικά, αλλά δεν πρέπει να υπήρχαν τότε πολλοί πιλότοι για τη διώρυγα του Παναμά. Αξιοσημείωτο ωστόσο η επιλογή ελλήνων ναυτικών, από τα νησιά της Κάσου και της Σκιάθου, να πιλοτάρουν τα πλοία στις δυο μεγάλες διώρυγες, την εποχή που η Αγγλία και η Γαλλία, επεδίδοντο στα γιγάντιο έργο που άλλαζε την γεωγραφία και έκανε περιττό τον περίπλου της Αφρικής ή της Νότιας Αμερικής, χωρίζοντας τις Ηπείρους με διώρυγες, πάντα ένας επιδέξιος πιλότος, εμφανίζεται για να τα καταφέρει, σε κάτι εξαιρετικά καινούργιο – από πού να είχε άλλωστε πείρα; – και αυτό του αναγνωρίζεται διεθνώς, μια και όπως λέει ο Παπαδιαμάντης ο μισθός του ήταν μεγαλύτερος και από του πρωθυπουργού.
Το ίδιο ισχύει για τον καπετάν Νικήτα από ότι φαίνεται. Ο εγγονός του είναι ακόμα πιλότος στην διώρυγα του Παναμά.

Στις φωτογραφίες είναι και ο Γιάννης του Πετριού με τη γυναίκα του όπως τον φωτογράφισα στο Μουσείο Παπαδιαμάντη και ο καπετάν Νικήτας Μαυράκης που ανακάλυψα στο διαδίκτυο.

a7

a6

a8

a4

a2a3a1