Ποιήματα με φωνή ή χωρίς φωνή. Πρώτη ύλη και μαστορική

poi
Βρέθηκε πριν χρόνια στα χέρια μου μια έκδοση κάποιου Ελληνοαμερικανικού ιδρύματος με το An Octopus, της Μαριάν Μουρ. Ένα ποίημα κολλάζ φτιαγμένο με φράσεις από έναν τουριστικό οδηγό για ένα ονειρικό Χταπόδι, που είναι βουνό, που είναι τοπίο, με εκφράσεις τόσο ποιητικές και λεπτοφυείς αποσπασμένες με το ψαλιδάκι της ποίησης από την αφέλεια και τον στόμφο για τον οποίο είχαν διατυπωθεί αρχικά και ξανακολλημένες σε μια ποιητική φαντασμαγορία που με είχε συγκλονίσει.
Αυτό είχα στο νου μου όταν κάποτε δοκίμασα κι εγώ να φτιάξω ποίημα κολάζ. Εφτιαξα δυο. Το ένα ήταν ένα αυτοβιογραφικό για τον Πάμπλο Νερούντα, «Ο μικρός Νεφταλί στο πηγάδι ζητάει την άδεια να γεννηθεί» χρησιμοποιώντας στίχους από τα ποιήματά του από ανυποψίαστες χρονολογίες που όμως τα είχα ταιριάξει να υπακούουν μια αφήγηση διαφορετική, έχοντας ταυτιστεί με τον ποιητή με τρόπον που ούτε εκείνος το περίμενε, διαπράττοντας μια ιερή ιεροσυλία επί του σώματος των στίχων του.
Εκείνο το ποίημα, αναρτημένο εδώ στο φέησμπουκ, τράβηξε το ενδιαφέρον ενός εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού, που θεώρησε ότι αποτελεί μετάφραση άγνωστου ποιήματος του Νερούντα και ενδιαφέρθηκε να το δημοσιεύσει. Το ενδιαφέρον του ατόνησε βέβαια όταν έμαθε ότι είναι κολάζ.
Ανεξάρτητα από την τύχη του δικού μου ποιήματος, εξακολουθώ να θεωρώ ότι τα ποιήματα κολάζ, ως άσκηση αυστηρή ποιητικής ή αφηγηματικής έκφρασης, είναι η απόδειξη ότι η πρώτη ύλη για την ποίηση δεν είναι απαραίτητα οι λέξεις. Κάτι υπάρχει στο βυθό που θέλει να εκφραστεί και κάποιος έχει λέξεις, κάποιος ίσως δεν μπορεί να βρει. Αν όμως σκηνοθετήσει σαν δομικές μονάδες φράσεις, το γεγονός ότι τοποθετούνται σε άλλο πλαίσιο ίσως δώσει διέξοδο σε αυτό το «κάτι».
Κάποτε αυτό που δίνει τη διέξοδο δεν είναι οι λέξεις, αλλά εικόνες που βλέπεις. Μια αλυσίδα από σκηνές και στιγμιότυπα από τον έξω κόσμο, που βρίσκουν τη θέση τους σε ένα κείμενο και εκεί που δεν το περιμένεις γίνονται οι βοηθοί, οι αλιείς του αισθήματος. Ένα κοτσύφι που βλέπεις, μια ρωγμή στον τοίχο, μικροί σχηματισμοί, ανάγλυφα, μικρές μικρές ουλές που επιτρέπουν στο Κάτι να πιαστεί.
Άλλοτε πάλι μια σύνθεση, μια εικόνα ολόκληρη, ατόφια, αρκεί για να προκαλεί μια βουή, μια αναταραχή στο στήθος, που ακούγεται μακριά και τότε η έκφραση επιτελείται και δεν έχει νόημα ούτε να βρεις λέξεις, ούτε να γράψεις. Τέτοιες εικόνες είναι ποιήματα χωρίς φωνή. Ακυρώνουν το ποίημα που ίσως έγραφες; Δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τι πρέπει να εύχεσαι να συναντήσεις όταν περπατάς.

Φωτό: Προαστιακός Πεντέλης προς Αεροδρόμιο

Πόλυ Χατζημανωλάκη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s