Η φωτογραφική μηχανή της Νέλλυς, μικρή σαν φυλακτό

Nel1

Βρέθηκα σήμερα πάλι στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου – Γκίκα, στο κτήριο της Κριεζώτου του Μουσείου Μπενάκη κατά προτροπήν και καθ’ υπόδειξιν του Α. Δ. για να δω ίχνη από το αρχείο του Παναγή Λεκατσά εκεί στο δεύτερο όροφο. Ψυχοθεραπευτική και παρηγορητική η επίσκεψη σήμερα, μια μέρα που δεν αισθάνομαι καλά – άκουσα προ ολίγου τον υπουργό οικονομικών στης Αυστρίας να με προσβάλει ευθέως για την ανεύθυνη κυβέρνηση που έχω επιλέξει – που τους καθυστερεί όλους εκεί και δεν δέχεται τα μέτρα που της προτείνουν – δεν είπε όπως οι προηγούμενοι αλλά φαντάζομαι το υπονοεί, που συμφωνούσαν και όλα τέλειωναν νωρίς.
Γράφω αυτές τις γραμμές – αδυνατώντας να κάνω την ορθότερη και διαυγέστερη πολιτική ανάγνωση της πραγματικότητας. Επηρεάζομαι από το συναίσθημα, αισθάνομαι αυτό που υποθέτω που αισθάνονται  και όλοι αυτοί που καλούν τον Αλέξη Τσίπρα να τα βροντήξει και επιστρέψει – πληγωμένη αξιοπρέπεια – για αυτήν την τραυματισμένη αυτοεικόνα που δημιούργησαν κάποιοι, του τεμπέλη, του κλέφτη, του αναξιοπρεπούς, αυτού που επαιτεί ευρωπαϊκά προγράμματα και που θέλει να φορτωθεί στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, ο τσαμπατζής για να τον σώσουν.
Φωτογράφησα σήμερα την φωτογραφική μηχανή της Νέλλυς, δεν ήξερα πόσο μικρή ήταν – έβαλα δίπλα τα γιαλιά μου για φανεί, το βραβείο Λένιν του Ρίτσου, ένα επιστολικό δελτάριο που απευθυνόταν στον ζωγράφο και λόγιο Τζούλιο Καίμη, σκίτσα της Έλλης Παπαδημητρίου – που διέσωζε εικόνες και φορεσιές από την Σμύρνη, είδα το κομπολογάκι της Μελίνας Μερκούρη, επιστολές του Μενέλαου Λουντέμη, του Γιώργου Σαραντάρη, του Καραγάτση – φυσικά και αυτά που βρήκα από το αρχείο του Παναγή Λεκατσά τα φωτογράφησα αλλά και από το ατελιέ του ζωγράφου στον 5ο όροφο, όπως μου υπέδειξε ένας καλός φύλακας να ανέβω και να δω. Και του Καββαδία, του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Σκαλκώτα, του Καραγάτση βρήκα υλικό. Ίλιγγος. Θα επανέλθω, θα ξαναδώ τις φωτογραφίες μου θα δω τι διαβάζεται και τι δεν διαβάζεται από τις φωτογραφημένες επιστολές.
Ωστόσο, ο λόγος που γράφω αυτές τις γραμμές είναι γιατί ένιωσα βαθειά μέσα μου, πριν ακόμα αρχίσω τη συζήτηση με τον νεαρό φύλακα, την αίσθηση του και ποιος νοιάζεται για αυτήν την συγκίνηση. Εκείνο το «Εγώ ήρθα από την Ιωνία εσείς από πού ήρθατε» του «Αγαμέμνονα» τη στιγμή της εκτέλεσης, στον Θίασο του Αγγελόπουλου. Εμείς αυτό είμαστε. Εμείς. Και μετά σκέφτηκα ότι ακόμα και αν κανείς δεν νοιάζεται, εγώ αυτό αυτό θα έπρεπε αν κάνω, να την εκφράσω αν μπορούσα αυτήν την συγκίνηση. Μα ούτε αυτό δεν μπορώ γιατί ήδη ένα μέρος του εαυτού μου πάντα διαφωνεί και θέλει να σκέφτεται πολιτικά, ψύχραιμα και με τον ορθό λόγο, όταν οι καιροί είναι πολιτικοί και όταν είναι δύσκολοι.
Απομένει λοιπόν να ανεβάσω αυτήν την μικρή φωτογραφική μηχανή της Νέλλυς και κάποιες σκόρπιες άλλες φωτογραφίες χωρίς σχόλια από το Μουσείο και να σιωπήσω. Μερικές φορές δεν χρειάζεται περιγραφή ή σχόλιο. Κάτι μόνο και μόνο επειδή υπάρχει πράττει, κάπως έτσι έχει πει ο Γιώργος Σεφέρης. Πράττει και μας προστατεύει όπως το φυλακτό του Μάρκου Βαμβακάρη που φωτογράφισα επίσης.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
25 Ιουνίου 2015

Nel2Nel3nel4Nel5Nel1

Advertisements

Η έκτυπη μορφή του ονόματος του Lawrence Durell στον περίπατο, έξω από το μποσκέτο της Κέρκυρας

bosk1

Συνάντησα κι εγώ την έκτυπη μορφή του ονόματος του Lawrence Durell στον περίπατο, έξω από το μποσκέτο της Κέρκυρας. Κοντοστάθηκα, παραξενεύτηκα και φωτογράφισα το όνομα του «άπατρι» όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Στην Κέρκυρα έζησε πριν τον πόλεμο μια μποέμικη ζωή και έγραψε για τη ζωή του εκεί την αφήγηση – το οδοιπορικό «Στη σπηλιά του Πρόσπερο» Prospero’ s Cell αναμνήσεις σκόρπιες σκοπίμως, εντυπώσεις και παρατηρήσεις.

bosk2
Το βιβλίο κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά – δεν το έχω διαβάσει ακόμη- αλλά και δωρεάν από το Scribdd για όποιον έχει την άνεση να το διαβάσει στο πρωτότυπο. Για τον Durell τα αισθήματά μου είναι αμφιθυμα. Είχα διαβάσει παλιά το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο και με μάγεψε. Μούδιασα όμως ξεφυλλίζοντας τα Ελληνικά Νησιά του, για την περιφρόνηση με την οποία μιλά για τους ντόπιους, μαρτυρίες και παράπονα κρατουμένων από τους Άγγλους Κυπρίων μαθητών του επί Αγγλικής Κατοχής στην Κύπρο, και είχα την υπομονή να διαβάσω μέχρι τέλους τα Πικρολέμονα – και την απάντηση του Κώστα Μόντη τις Κλειστές Πόρτες. Τα υπόλοιπα όποιος ασχοληθεί περισσότερο με την Κύπρο και την ιστορία εκείνης της εποχής θα μάθει, θα καταλάβει ίσως το γιατί όλα αυτά. Βαριές κατηγορίες έχουν ακουστεί.
Μια περίεργη σύμπτωση, αφορμή για αυτή την ανάρτηση:
Από την Κέρκυρα στην επίσκεψή μου τον Οκτώβριο του 2013  αγόρασα δυο βιβλία. Το «Οι ψίθυροι στους τοίχους» της Κατίνας Βλάχου και την πρόσφατη ποιητική συλλογή του εξαίρετου Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη « Στη γλώσσα της Υφαντικής». Το πρώτο το διάβασα απνευστί στο ταξιδι και έγραψα  επί τόπου ένα μικρό σημείωμα που ανάρτησα στο διαδίκτυο. Από το δεύτερο, διάβασα απόψε ένα ποίημα για αυτή την έκτυπη μορφή του ονόματος. Με εντυπωσίασε η σύμπτωση! Το αντέγραψα και το παραθέτω.
Δεν μπορώ να διεισδύσω στο βάθος των υπαινιγμών. Των ανεξαργύρωτων λογαριασμών του ποιητή. Το αίσθημα όμως το ψυχανεμίζομαι. Τον σαρκασμό και την αναφορά στο κελί του Πρόσπερου. Τώρα στης θλίψης το κελί μονάζω.

ΟΠΟΥ Ο LAWRENCE DURELL
ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΚΤΥΠΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ
ΣΤΟ ΜΠΟΣΚΕΤΟ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΩΣ

(του Κυριάκου Χαραλαμπίδη)

Σχεδόν αστείο. Εγώ που ήμουν κάποτε φιλέλλην
και πανηδονιστής, τώρα να ντρέπομαι
γι’ αυτό που βλέπω. Και να λαχταρώ
του ρόδου τη φρεσκάδα
σ’ αυτά εδώ της Κόλασης τα χιόνια
Ήμουν, θυμάμαι, ακόλαστος χωρατατζής
και πλήγωνα βαθειά την έσω μου ευκοσμία.
Τώρα το ξέρω, τα γεμάτα θύελλα πόδια
των δημοτών της Οικουμένης θα ταιριάζαν
κομμάτι και σε μένα, υπό τον όρο
να χόρευα με γνήσια συγκίνηση μυουμένου
Και ετοιμοθάνατου γερόντου.

Ωστόσο
Καιρός υπάρχει ακόμα για το Τίποτα.
Έχουν οι Τέχνες είδωλα σπουδαία,
περίτεχνες κομμώσεις, ποίηση ακατάπαυστη,
σαν δεις το θάνατο από κάπου∙ κι αν η σκόνη
των πέντε – δέκα αισθήσεων που μας έχουν
δοθεί από πάνω, ακόμα λειτουργεί.
Ο πολυμήχανος εγώ που υπήρξα
της ιστορίας ο αγαπητικός
κάνοντας τσιριμόνιες στην Αλήθεια,
τώρα της θλίψης το κελί μονάζω

bosk3

Πόλυ Χατζημανωλάκη

7 Οκτωβρίου 2013

Ο Γιώργος Σεφέρης και η Μαρώ αντιγράφουν σε ένα τετράδιο τις Ωδές του Ανδρέα Κάλβου

«Δεν υπάρχει γνωστή προσωπογραφία του Ανδρέα Κάλβου», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στις Δοκιμές. «Καμιά φορά, όταν ο στίχος του επιμένει στο μυαλό μου, τον αισθάνομαι σαν ένα ανθρώπινο σχήμα που αγωνίζεται με τις απελπισμένες χειρονομίες του τυφλού, να παραμερίσει ένα αψηλό παραπέτασμα που τον σκεπάζει…»

Αυτά και άλλα κείμενα άλλων – που όλοι «αισθάνθηκαν», μεταγενέστεροι ποιητές,  με βοήθησαν κάποτε να συνθέσω μια προσωπογραφία του Κάλβου: «Η άγνωστη όψη του Κάλβου και οι απόψεις για τον χαρακτήρα του». Δημοσιεύτηκε στο πρώτο μου μυθιστόρημα (Οι Μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ) και  αλλά και το ιστολόγιό μου τις Πινακίδες από κερί εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html

Ετσι λοιπόν, πριν μερικές μέρες, όταν είδα στο κτίριο της Κριεζώτου του Μουσείου Μπενάκη την σελίδα από το προσωπικό ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη εκεί που ακριβώς είχε γράψει αυτές τις αράδες, ήταν σαν να είδα από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος αυτό το ανθρώπινο σχήμα, τις απελπισμένες χειρονομίες του – να διαγράφεται.
Είδα ακόμα και το τετράδιο, όπου στο Γιοχάνεσμπουργκ, μαζί με την Μαρώ, αντέγραφαν τις Ωδές. Εκεί στο στερέωμα της Νότιας Αφρικής γράφει αλλού ο Σεφέρης, βρισκόταν «η αρχή της αιτίας που μ’  έκανε να συνδέσω τόσο συχνά το πρόσωπο ή τη φωνή του Κάλβου με παραστάσεις άστρων»…

Ο ποιητής στο γραφείο του λοιπόν και χρόνια μετά τα τεκμήρια. Τα χαρτιά του.

kalv1

kalv2

kalv3

kalv4kalv5

Απόκρυψη/ανεύρεση θησαυρών: Αληθινές ιστορίες σε μικρή φόρμα

thes2

Θησαυρός από τον Άγιο Ιωάννη το Ρέντη Αττικής

Χρονολογία απόκρυψης περί το 325 – 300 π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1962

Σύνθεση: 13 αργυρά Αθηναϊκά νομίσματα σε λύχνο

Thes1

Θησαυρός από τη Μύρινα Καρδίτσης
Χρονολογία απόκρυψης περί το 440 π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1970

Σύνθεση: 149 στατήρες Αιγίνης σε μελαμβαφή όλπη

thes3

Θησαυρός από το Μούλκι Κορινθίας
Χρονολογία απόκρυψης περί το 350 – 325 π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1958

Σύνθεση: 149 αργυρές υποδιαιρέσεις σε αμφορέα – πελίκη

thes4

Θησαυρός από τη Νάξο
Χρονολογία απόκρυψης περί τα 150π.Χ.
Χρονολογία ανεύρεσης: 1926

Σύνθεση: 72 αργυρές υποδιαιρέσεις και δύο χάλκινες κοπές σε πήλινο αγγείο

Μαρτυρίες και πειστήρια, μικρές ιστορίες τελευταίων στιγμών

kar

Φωτογράφισα και το πιστόλι με το οποίο αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης. Βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη, στο κτήριο της Κριεζώτου. Το είχε αγοράσει την ίδια μέρα που το χρησιμοποίησε. Αυτό το επιβεβαιώνει ο γιος του οπλοπώλη, ο κύριος Γιάννης Αναγνωστόπουλος σε ένα αφιέρωμα του Φρέντυ Γερμανού στην ΕΡΤ. Εκεί είπε ακόμη ότι το πιστόλι ήταν μάρκας Μπράουν, από αυτά δηλαδή  που γεμίζουν από την κάτω πλευρά, κατά τα λεγόμενά του.  Διαβάζω ωστόσο στο  ανάγλυφο του όπλου να γράφει  Bayard, που παραπέμπει σε  ένα τύπο Βελγικών πιστολιών που φαίνεται να είχε κατασκευαστεί στα 1908. Ίσως το Μπράουν να είναι μια γενικότερη κατηγορία στα οποία υπάγεται το Bayard.
Είπε ακόμα ο γιος του οπλοπώλη – ήταν παιδάκι οκτώ ετών στα 1928 – ότι ο Καρυωτάκης επέστρεψε μετά την αγορά θυμωμένος  στο οπλοπωλείο και διαμαρτυρήθηκε ότι το πιστόλι ήταν ελαττωματικό, ότι δηλαδή δεν λειτουργούσε.

Ο οπλοπώλης του εξήγησε ότι δεν είχε βγάλει την ασφάλεια. Ο οπλοπώλης υποψιάστηκε ότι θα το χρησιμοποιούσε αυθημερόν και έστειλε στο κατόπι του τον μικρό. Μια περίεργη σύμπτωση όμως έκανε το μικρό να τραυματιστεί από ένα σπασμένο τζάμι βιτρίνας στο πόδι και έτσι δεν τον ακολούθησε…
Για το σημείωμα της αυτοκτονίας, που κι αυτό φαίνεται στην φωτογραφία,  ξέρουμε πια ότι ήταν κομμένο από τετράδιο που το έδωσε ο αδελφός το καφετζή, ο κύριος Ηρακλής  Ντούσιας εκεί που πήγε να παραγγείλει μια βυσινάδα και ζήτησε χαρτί για να γράψει. Επινε τη βυσινάδα του  και έγραφε.   Φαίνονται στη φωτογραφία και οι εσοχές από το συρραπτικό, στη δεξιά και την αριστερή πλευρά του…
Ο κύριος Ηρακλής Ντούσιας ήταν ο τελευταίος που είδε τον Καρυωτάκη ζωντανό.

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ…»

Είδα το Σουραυλή (οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη)

Sour

Είχα μάθει για την έκθεση φωτογραφίας του Wolf Suschitzsky στο διαδίκτυο για την Σκιάθο του 1960, την Αθήνα και την Ύδρα της ίδιας εποχής, στο Μουσείο Μπενάκη της Κριεζώτου. Τις περισσότερες φωτογραφίες τις είχα ήδη δει στο διαδίκτυο όπως διαπίστωσα πηγαίνοντας. Και το γλέντι στη Σκιάθο και τα «γραϊδια», και εκείνη με τα παιδιά που σκύβουν από το βράχο – ο Μύτικας πρέπει να είναι στις Πλάκες –  εκεί που κάνουν τις βουτιές τους ακόμα και σήμερα, όπως ακριβώς το περιγράφει ο Παπαδιαμάντης στο Βαρδιάνος στα Σπόρκα και είχα γράψει και φωτογραφήσει κι εγώ. για το δικό μου οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη.
Για μια φωτογραφία  όμως και μόνο μία που δεν κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, άξιζε η επίσκεψη. Είναι ένα αγόρι που σφυρίζει. Γιοκαρίνα, φλογέρα, δεν ξέρω τι ακριβώς. Ο μικρός βοσκός ο Σουραυλής, στο Μυρολόγι της φώκιας αυτοπροσώπως,  που σφυρίζει μελωδία χαρούμενη και εκνευρίζει τη γρια Λούκαινα: «Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ… Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος* εἶναι.»
Ο μικρός Σουραυλής και η μελωδία του  είναι που κάνει την  εγγονή της την Ακριβούλα να χασομερήσει, να τον βλέπει, να τον θαυμάζει να τον χαζεύει.