Ο μεν Καπταγιάννης έκανε μεγαλυτέραν εντύπωσιν, με την κατάλευκον στολήν του, την κάσκαν του και τα λευκά παπούτσια του […] ο δε Παπαδιαμάντης ο φτωχός δεν εγέμιζε το μάτι κανενός

Στο τελευταίο μου ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, στα τέλη του προηγούμενου μήνα, έβρεχε και δεν πρόλαβα να κάνω τους περιπάτους που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου. Νομίζω έβρεχε τριάντα μέρες στη σειρά, όπως μου είπε ένας φίλος, νέος φίλος και εξαιρετικός διηγηματογράφος που συνάντησα εκεί και που ελπίζω να έχω την ευκαιρία να διαβάσω πάλι. Επιστρέφοντας λοιπόν από ένα καφέ κάπου κοντά στο Βιβλιορρυθμό, τρύπωσα – θα σας γελάσω τώρα ποιος δρόμος ήτανε – σε ένα μπαζάρ βιβλίου, από αυτά που ούτε στην Αθήνα ούτε και όπου αλλού τα συναντήσω αποφεύγω, από μια ανεξήγητη τάση, μια περιέργεια μήπως και μήπως, ξέρετε μήπως και συναντήσω κάτι. Πράγματι βρήκα Άπαντα τα θεατρικά της Μαρίας Λαϊνά και του Γιώργου Μανιώτη εκδόσεις Αιγόκερως νομίζω, αγόρασα το δοκίμιο του Αντωνέν Αρτώ για τον αυτόχειρα της κοινωνίας, τον Βίνσεντ Βαν Γκ. και την επιστολή του Κάφκα προς τον πατέρα. Με τις αεροπορικές εταιρίες χαμηλού κόστους που ταξιδεύουμε, πρέπει να το σκέφτεσαι διπλά και τριπλά πριν αποφασίσεις να προσθέσεις βάρος στο σακίδιο και έτσι, αντιστάθηκα στον πειρασμό να αγοράσω το βιβλίο του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, καθηγητού του πανεπιστημίου της Βιέννης «Πηγαί και έρευναι περί της ιστορίας του Ελληνισμού από το 1453, τόμος τέταρτος» που περιείχε ένα αφιέρωμα και στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Εκδόσεις Παπαζήση, 1971, υποθέτω όσοι συχνάζουν στα φιλολογικά σπουδαστήρια θα μπορούν να ανατρέξουν. Η απαλλοτρίωση του σπιτιού του Παπαδιαμάντη από τον Δήμο Σκιάθου, κάτι σχετικά με τα περιουσιακά που αφορούσε τις αδελφές του – δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς – και μια μαρτυρία του Αθανασίου Τριακόσια, Σκιαθίου ψάλτου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που έγινε εν έτει 1958 – τότε που γεννήθηκα δηλαδή. Ο Αθανάσιος Τριακόσιας είχε γεννηθεί στα 1896, δεν αναφέρεται πότε συνάντησε τον Παπαδιαμάντη, το πολύ όμως να ήταν 15 ετών, μια και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πέθανε στα 1911. Στο διάστημα πριν το 1911 θα τον πρόλαβε.
Διάβασα στα όρθια δυο κείμενα και τράβηξα φωτογραφίες με το κινητό.
Γράφει λοιπόν για μια συνάντηση με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, στις 24 Ιουνίου, το γενέθλιον του Προδρόμου, στην εκκλησία του Αη Γιάννη του Κρυφού. Για την επίσκεψή μου στον Αη Γιάννη τον Κρυφό παραπέμπω στο Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη στο περιοδικό Οροπέδιο, αλλά και στο ιστολόγιό μου τις flaneries. (βλ. σχόλια) Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ερχόταν λέει με έναν ασπροφορεμένο ναυτικό με κάσκα.:
«Να ο ένας είναι με τα άσπρα ρούχα και την κάσκα, ο καπταγιάννης ο Καβούρης, πιλότος του Ισθμού του Σουέζ, όστις ήρχετο με κονζέ κάθε χρόνο και παραθέριζε, και ο άλλος ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Και ο μεν Καπταγιάννης έκανε μεγαλυτέραν εντύπωσιν, εις πολλούς απλοϊκούς, με την κατάλευκον στολήν του, την κάσκαν του και τα λευκά παπούτσια του και το σπουδαιότερον με τις άφθονες αιγυπτιακές λίρες του και τα πλούσια φαγοπότια, ο δε Παπαδιαμάντης ο φτωχός δεν εγέμιζε το μάτι κανενός, εκτός των ολίγων που τον ήξεραν, με τα ρούχα που φορούσε όλο το χρόνο τα ίδια. »
Αυτός λοιπόν ο Γιάννης ο Καβούρης, πρέπει να είναι ο Γιαννάκης του Αργυρού, ο φίλος του Παπαδιαμάντη που τον συνοδεύει στο διήγημα Αγάπη στον κρεμνό, στο σπίτι του Γιάννη του Πετριού και που κατά τα άλλα φιλόξενος οικοδεσπότης τον θεωρεί υπεύθυνο για την μετανάστευση του παραγιού του στην Αίγυπτο. Τον έχει εκλάβει για κάποιον άλλον, γιατί υπάρχουν φαίνεται πολλοί Γιάννηδες. Όπως φαίνεται στο απόσπασμα από το διήγημα, ευκαιρία για να διασταυρώσουμε ότι αυτός ο φίλος είχε έρθει επ’ αδεία στην πατρίδα, τότε που συνέβη αυτή η συνάντηση και την αναφέρει και ο Αθανάσιος Τριακόσιας.
« Κάποιος ἄλλος Γιάννης, διαμένων εἰς τὸ Πὸρτ-Σαΐδ, ἔλεγεν ὅτι τοῦ εἶχεν ἀποπλανήσει τὸ κοπέλι ποὺ εἶχε, τὸν παραγυιόν του, καὶ τὸν ἐπῆρε μαζί του εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὁ Γιαννάκης τ᾿ Ἀργυροῦ, ὁ φίλος μου, διέτριβε καὶ αὐτὸς ἀπὸ χρόνων περὶ τὸ Σουέζ, εἰς Ἰσμαηλίαν, καὶ ἦτο ὀνομαστὸς «πιλότος τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρείας, ἔχων ἀποδοχὰς ἴσας περίπου μὲ τὰς τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἶχε δὲ ἔλθει τότε ἐπ᾿ ἀδείᾳ εἰς τὴν πατρίδα. Ὁ Γιάννης τ᾿ Πετριοῦ, Γιάννης αὐτός, συνέχεε τὸν ἄλλον Γιάννην τοῦ Πὸρτ-Σαῒδ μὲ τὸν καπετὰν Γιαννάκην τὸν παρόντα, καὶ οὕτω δι᾿ ἀλλοκότου

παραλογισμοῦ ἐγίνετο εἰς τὸν ἐγκέφαλόν του ἀληθὴς χορὸς Γιάννηδων.»

Δεν μπόρεσα να βρω φωτογραφία ή εικόνα πιλότου του καναλιού του Σουέζ με την κάσκα. Βρήκα όμως, και οι ηλικίες ταιριάζουν, μια και πρόκειται για συνομίληκο με τον Παπαδιαμάντη, την φωτογραφία του Κασιώτη καπετάνιου Νικήτα Μαυράκη (1859 – 1930) που ήταν ο πρώτος πιλότος στο κανάλι του Παναμά στα 1914. Εννοείται ότι το κανάλι του Παναμά είχε φτιαχτεί σύμφωνα με την εμπειρία του καναλιού του Σουέζ. Ήταν εξαιρετικών ικανοτήτων που επελέγη ανάμεσα σε δεκάδες υποψήφιους από τους Αμερικανούς ιδιοκτήτες του καναλιού. Υπήρχε Ελληνική κοινότητα στον Παναμά από ότι διαβάζω. Δεν γνωρίζω πολλά περί τα ναυτικά, αλλά δεν πρέπει να υπήρχαν τότε πολλοί πιλότοι για τη διώρυγα του Παναμά. Αξιοσημείωτο ωστόσο η επιλογή ελλήνων ναυτικών, από τα νησιά της Κάσου και της Σκιάθου, να πιλοτάρουν τα πλοία στις δυο μεγάλες διώρυγες, την εποχή που η Αγγλία και η Γαλλία, επεδίδοντο στα γιγάντιο έργο που άλλαζε την γεωγραφία και έκανε περιττό τον περίπλου της Αφρικής ή της Νότιας Αμερικής, χωρίζοντας τις Ηπείρους με διώρυγες, πάντα ένας επιδέξιος πιλότος, εμφανίζεται για να τα καταφέρει, σε κάτι εξαιρετικά καινούργιο – από πού να είχε άλλωστε πείρα; – και αυτό του αναγνωρίζεται διεθνώς, μια και όπως λέει ο Παπαδιαμάντης ο μισθός του ήταν μεγαλύτερος και από του πρωθυπουργού.
Το ίδιο ισχύει για τον καπετάν Νικήτα από ότι φαίνεται. Ο εγγονός του είναι ακόμα πιλότος στην διώρυγα του Παναμά.

Στις φωτογραφίες είναι και ο Γιάννης του Πετριού με τη γυναίκα του όπως τον φωτογράφισα στο Μουσείο Παπαδιαμάντη και ο καπετάν Νικήτας Μαυράκης που ανακάλυψα στο διαδίκτυο.

a7

a6

a8

a4

a2a3a1

Advertisements