Φωτογραφίες που θα μπορούσαν να είχαν παρθεί οπουδήποτε

Φωτογραφισα μια αράχνη στο εσωτερικό ενός ερειπωμένου σπιτιού – καλλωπιστικό σπαράγγι νομιζω η πλουμιστο σπαράγγι που ομορφαίνει μοναχο του το χώρο που δεν πρεπει να ηταν κήπος αλλά εσωτερικό δωματίου. Ίσως ξέμεινε απο κάποια γλάστρα που ηταν εκεί όσο ζούσαν οι ένοικοι.

Μια κλεφτή ματια σε μια παρτίδα χαρτιά ανάμεσα σε απλωμένα ρούχα και ενδιάμεσα δυο πανέμορφα ζωγραφισμένα κόκκινα ρόδα.

Η κρίνα; αυτά παντα σύμβολα αντιμαχομένων παρατάξεων…

Φωτογραφίες που βρίσκω στις πίσω σελίδες του μπακάπ, κάποιες χωρίς να το έχω ζητήσει η μηχανή τις έχει επεξεργαστεί, μπορώ αν θέλω να δω την αρχική. Αυτό που κατά βάθος θέλει (η μηχανή)  είναι να ταυτιστώ μαζί της, να δείξω για δικά μου αυτά που μου προτείνει. Και τι θα πει δικά μου; αυτά που είναι με άλλο φίλτρο. Δεν θυμάμαι πια τα αρχικά χρώματα.

Οι φωτογραφίες μου τόσο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους. Θα μπορούσαν να είχαν παρθεί οπουδήποτε. Ωστόσο αυτές θυμάμαι είναι από την Καλαμάτα τον Νοέμβρη του 2014.

 

 

 

 

 

 

Χάνοντας το δρόμο (Ελευσίνα)

«Όποιος θέλη ν’ αγαπήση, θέλει να χασομερήση! …», λέει σκωπτικά η Ακρίβω προς τον αλαφροΐσκιωτο Ζάχο στο διήγημα «Στρίγγλα μάνα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και αυτό ακριβώς μαθαίνω να σκέφτομαι κάθε φορά που χάνω το δρόμο, καθυστερώ χωρίς λόγο, ονειροπολώ, δεν συγκεντρώνομαι…

Πώς αλλιώς να αγαπήσεις;
Έτσι, πριν μερικούς μήνες, «έχασα το δρόμο», οδηγώντας προς Ελευσίνα. Έχω πάει τόσες και τόσες φορές αλλά δεν έχω τη διαδρομή στο τσεπάκι μου. Μόνο στο τέλος. Οδός Πλούτωνος, οδός Περσεφόνης.
Στην κυκλική πλατεία με το βενζινάδικο έστριψα νωρίτερα και πήγαινα, πήγαινα ώσπου κατάλαβα ότι δεν το γνωρίζω το μέρος. Ένα παλιό εργοστάσιο, το φάντασμα ενός εργοστασίου καλύτερα, φρουρούμενο. Αργότερα κατάλαβα ότι είναι παράρτημα της Αμυντικής Βιομηχανίας.
Στον Αρχαιολογικό χώρο έβρεχε.
Όλα βιαστικά. Και όμως έχει κόσμο που  έχει έρθει να επισκεφτεί και ας βρεχτεί. Κάποιοι έχουν αφήσει ρόδια στο Πλουτώνιο. Από εκεί κατεβαίνεις στον Άδη; Όχι από εκεί βγαίνεις από τον Άδη λέω σε μια οικογένεια που έχει φέρει το γιο της να δει. Δυσπιστούν.

Μια  χαρτογράφηση του Αλλού ωστόσο γίνεται. Τα ταξίδια της Κυρίας Περσεφόνης για να ξεφύγει από τη μάνα της.

Έξω μια άλλη χαρά. “Let’ s play billiards!” αναφωνεί  η Κλεοπάτρα και οι μελετητές μιλούν για ένα πραγματολογικό λάθος στον Σαίξπηρ επειδή αγαπούσε πολύ το μπιλιάρδο και το έβαλε να παίζεται ακόμα και στην Αρχαία Αίγυπτο.
Τεμπεσίρι λοιπόν, χρωματιστοί κύβοι. Ξοδεύτηκε για ένα παιχνίδι, ακριβώς έξω από τον Αρχαιολογικό χώρο.
Επιστρέφω χωρίς να είμαι σίγουρη αν πήρα το σωστό δρόμο για την Αττική οδό – όχι δεν πήρα αυτόν. Πήρα τον πιο σωστό.
Στάθηκα πάλι σε ένα μικρό σπιτάκι. Ώχρα και αυτό το άπιαστο πράσινο – μπλε στο παράθυρο.

El1El2el3el4el5el6el8el9El10El11el12El13El14El15EL16El17El18

«Ανησυχία για ένα κοτσύφι» (το σκοτωμένο δέντρο)

«Είδα το σούρουπο στο δρόμο ένα κοτσύφι που προσπαθούσε να κρυφτεί βιαστικά. Είχε καταλάβει ότι θα βρέξει, φαίνεται. Χοροπηδώντας εξαφανίστηκε στο ρέμα. Το έχασα γρήγορα από τα μάτια μου. Ποτέ δεν βλέπουμε πού κρύβονται τα πουλιά τη νύχτα. Μετά από λίγο η ατμόσφαιρα είχε θολώσει, έβρεχε. Όχι πολύ δυνατή βροχή ευτυχώς.»

Λεζάντα θα μπορούσε να είναι για την πρώτη φωτογραφία της χρονιάς, «ανησυχία για ένα κοτσύφι», ένα απόσπασμα από ένα ποίημα. Το είδα το κοτσύφι, το άκουσα. Μόνο πού είχε βρέξει και ακόμα έβρεχε. Και ίσως ήταν εκεί και δεύτερο κοτσύφι, με μαύρο ράμφος και τα δύο. Πρέπει να ήταν θηλυκά. Φωτογράφισα την κρυψώνα. Με τον αέρα να μου τραβά την ομπρέλα, όλα δύσκολα. Είπα να προχωρήσω. Παραπέρα. Να δω τη φωτογραφία στον υπολογιστή. Τα άκουγα από απροσδιόριστες θέσεις να κελαηδούν. Να παίζουν. Μέσα στη βροχή. (να βρέχονται)
Από μακριά ακουγόταν ήχος πριονιού δυνατός. Σκεφτόμουν τότε που κλάδευαν τις νεραντζιές και είχε μοσχοβολήσει ο δρόμος. Μα γίνεται; Τώρα Πρωτοχρονιάτικα μες΄την βροχή κάποιος να δουλεύει;
Ο αέρας είχε σπάσει τη νύχτα ένα δέντρο μέσα στο ρέμα. Είχε τσακίσει, είχε γύρει. Δεν ξέρω αν φαίνεται μέσα από το πλέγμα. Και ο άνδρας με το πριόνι, το έκοβε σε κομμάτια. «Ξυλεύεται» είπα.
Ισως για να μην κόβει το δρόμο. Ποιος ξέρει.
Πήγα παρακάτω, ως το αγαπημένο ερείπιο με τις τρεις Μοίρες.
Επιστρέφοντας είχε έρθει και ένας άλλος και μάζευε στο πορτ μπαγκαζ κούτσουρα.
Φορούσαν γάντια και κανόνιζαν. Να έρθω μαζί σου όπου χρειάζεται πριόνι. Εγώ είμαι εδώ από το πρωί. Αυτά είναι βρεγμένα, δεν καίγονται.
Ένα σκοτωμένο δέντρο.
Πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Από μακριά ερχόταν μια γυναίκα. Τυλιγμένη καλά σε ένα κόκκινο πανοφόρι.

Σκούρο κόκκινο μουντό. Με μια βαριά τσάντα και ομπρέλα. Σκυφτή. (Η κοκκινοσκουφίτσα στο άνθος της ηλικίας της)
Σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. Συναντηθήκαμε. Μου μίλησε.
Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος. Με Υγεία.
Αληθώς, νομίζω της είπα.