Οι προφητείες της Μέλπως Αξιώτη: επαναλαμβάνοντας το παρελθόν, προβλέποντας το μέλλον.

melpo

Πλησιάζει στο τέλος της η ανάγνωσή μου του «Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη» του μυθιστορήματος που η Μέλπω Αξιώτη έγραψε στα Γαλλικά και που αριστοτεχνικά, βασιζόμενη στην ιδιαίτερη γλώσσα της συγγραφέως, η Τιτίκα Δημητρούλια μετέφρασε στα Ελληνικά.
Ενδιαφέρουσες οι σκέψεις της μεταφράστριας στο Επίμετρο, σκέψεις για τη γλώσσα τη μητρική, την οικειοποίηση του προς μετάφραση κειμένου – . Είναι Μέλπω αγαπημένη, ατόφια Μέλπω. Δεν έχω ακούσει ποτέ τη φωνή της αλλά νοιώθω πως έχω αναμνήσεις από αυτήν από μια άλλη ζωή. Υπάρχουν βεβαίως αυτοί που την έχουν συναντήσει και την θυμούνται. Για μένα η φωνή της είναι βαθειά και αριστοκρατική – τέλεια γαλλικά – ίσως όπως τα μιλούν οι Αιγυπτιώτες.

Η μεταφράστρια επιμελώς σημειώνει φράσεις, σκέψεις, εικόνες – εμμονές υποθέτω – της Μέλπως που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από παλαιότερα κείμενά της. Διηγήματα τον καιρό της Αντίσταστης κυρίως, από το Σύντροφοι καλημέρα, τα Χρονικά ή από ένα ποίημα τα Θαλασσινά. Ιστορίες τρομακτικές μέσα στο ποίημα που αξίζει να τις ξαναδιαβάσει κανείς κάτω από αυτό το πρίσμα της εμμονής της Μέλπως και της επανάληψης. Την ιστορία με το κατσαρόλι το εμαγέ και το κουτάλι την έχω διαβάσει κι εγώ στο διήγημα «Το σπίτι με το ρόπτρο». Όπως και την αγωνία της για το χειρόγραφο που όταν γίνει βιβλίο τυπωμένο δεν μπορείς να το αλλάξεις. Αυτό αναφέρεται σημειώνει η Τιτίκα Δημητρούλια σε ένα διήγημα «Το μικρό τυπογραφείο». Εγώ το θυμάμαι στην Κάδμω, το κύκνειο άσμα της που γράφτηκε είκοσι χρόνια αργότερα, έτσι που κοιτά τις άγραφες κόλλες με το ριγωτό χαρτί που κάποιος της προμηθεύει και που αν θα γίνουν βιβλίο δεν θα μπορεί πια να τις αλλάξει. Ο θάνατος του κειμένου δηλαδή η μνημείωση, η τυπωμένη του εκδοχή.

Αυτές οι επαναλήψεις, αυτές οι εμμονές, τόσο χαρακτηριστικές της Μέλπως. Ολόκληρο το έργο της στην υπηρεσία του εαυτού του. Τρέφεται με τις σάρκες της. Αναμνήσεις που έρχονται και επανέρχονται, δουλειά που έχει εκδώσει και λειτουργεί σαν λογοτεχνικό μνημονικό ημερολόγιο. Σαν κάθε μέρος του έργου να περιέχει το όλον. Και το παρελθόν αλλά και με κάποιο τρόπο το μέλλον.

Κανείς δεν ξέρει τι θα του συμβεί λέμε. Είναι αλήθεια όμως; Κάποιοι ξέρουν.
Είχα διαβάσει τη συγκλονιστική περιγραφή του πατριώτη της, του Παναγιώτη Κουσαθανά που την είχε συναντήσει στη Μύκονο την πατρίδα της, γύρω στα 1970, Ιούλιο μήνα, είχε επιστρέψει πια στην Ελλάδα από την εξορία. Η συνάντηση περιγράφεται στο διήγημά του το λίκνο της Χρυσαλίδας. Η Μέλπω φορά ένα πανωφόρι, ένα παλτό, Ιούλιο μήνα, ίσως έχει έναν μικρό λεκέ που κάποιοι σχολιάζουν. Το στρίφωμα νομίζω ξηλωμένο. Ο ίδιος καταπίνει την στεναχώρια του, ποιος να ξέρει τι σκεφτόταν τότε για τη Μέλπω ο δεκαπεντάχρονος μαθητής. Δεν μπορούσε πάντως να τη βοηθήσει. [ Έφτασαν στα χέρια μου χάρη στη μεσολάβηση της ζωγράφου Φωτεινής Στεφανίδη οι αγωνιώδεις επιστολές της προς τον αδελφό της τον Πανάγο και ένοιωσα την απόγνωσή της, διάβασα τις απελπισμένες εκκλήσεις της προς πάντες για μια μικρή οικονομική βοήθεια. Ποιος της στάθηκε αλήθεια τότε;]
Το πανωφόρι μέσα στον Ιούλιο, ο καθένας βάζει ό, τι θέλει με το μυαλό του. Και καταπίνει την πίκρα του για την ανθρώπινη μοίρα. Πόσο σκληρό είναι όταν κάτι συμβαίνει στον άλλο και δεν μπορείς να επέμβεις γιατί έχει ήδη συντελεστεί…
Διάβασα ωστόσο στο βιβλίο της αυτό το Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη μια δική της αναφορά στα παλτά που φορούν οι Γάλλοι το τ στο Παρίσι. Της είχε κάνει εντύπωση, Ιούλιο μήνα – το θυμάται καλά γιατί τότε ήταν που γιορτάζανε την Εθνική τους Γιορτή – που οι εποχές δεν ξεχώριζαν μεταξύ τους. Δεν ανέβαζαν χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά όπως στην Ελλάδα, στο τέλος του φθινοπώρου ή της άνοιξης όπως μάζευαν τα χαλιά από τα σπίτια ή και τα μπιμπελό για να μην χρειάζεται να τα ξεσκονίζουν συνέχεια.
Εκεί έχουν σε μια ντουλάπα τα ρούχα τους όλα μαζί, κοιτούν έξω τι καιρό κάνει και φορούν αναλόγως ό, τι χρειάζεται, ίσως και γούνα και παλτό τον Ιούλιο.
Μια ενότητα παρελθόν και μέλλον, γραφή και ζωή στη Μέλπω.
Σαν να της άγγιξε το μυαλό το χέρι του Θεού, όπως στον προφήτη Ιερεμία, και μπορούσε να βλέπει στο μέλλον, στο παρελθόν, στο παρόν. Μέσα στο έργο της έχει όλον τον κόσμο, όλον τον καιρό.

«Θεέ μου, κι ας μην υπάρχεις, κοίταξέ μας, νοιάξου μας», άρχιζε την προσευχή στο τραπέζι μια μυθική γιαγιά. Κάπου το διάβασα…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
19 Οκτωβρίου 2014

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s