Κορίτσι με μπαστούνι κροκέ ή φλαμίγκο (Πλακίδια με παράσταση τρίποδος ή πτηνού)

al1

al2

Πλακίδια με παράσταση τρίποδος ή πτηνού . 7ος αιώνας π. Χ. στο Μουσείο της Ελευσίνας.
Η αποθέωση του nonsense ή του διπλού νοήματος. Τι σημαίνει παράσταση τρίποδος ή πτηνού; Ότι κάποια πλακίδια παριστάνουν τρίποδες και κάποια πλακίδια πουλιά; Ή μήπως παριστάνουν και τα δύο; Ή κάθε πλακίδιο θα μπορούσε να είναι ή το ένα ή το άλλο;
Τι είχε στο μυαλό του ο καλλιτέχνης;
Τι είχε στο μυαλό του εκείνος ή εκείνη που έγραψε την επιγραφή; Ή πώς η ρευστότητα της απεικόνισης οδηγεί στην αμφισημία της επιγραφής.
Θυμηθείτε την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων στο παράξενο γήπεδο του Κροκέ, να προσπαθεί να χτυπήσει την μπάλα – σκαντζόχοιρο με το φλαμίνγκο στην αγκαλιά της, ένα μπαστούνι που γίνεται φλαμίνγκο κουνάει το κεφάλι του και το παιχνίδι καταντά εφιαλτικό. Κορίτσι με μπαστούνι κροκέ ή φλαμίγκο λοιπόν. Έχει ξαναγίνει στο μέλλον.
Τα δύο πλακίδια δεξιά, είναι λίγο σπασμένα, αλλά φαίνεται το ατρακτοειδές σώμα του πουλιού, χωρίς κεφάλι – σίγουρα πουλιά. Εκείνο δε που είναι μόνο του αριστερά, έχει το κεφάλι ενός υδρόβιου πουλιού – θα μπορούσε να είναι φοινικόπτερο – ποιος ξέρει; – με το κεφάλι γυρισμένο όπως συνηθίζουν τα πουλιά προς τα πίσω, να σχηματίζει μια καμπυλότητα που θα μπορούσες να την εκλάβεις – για λαβή. Αν δεις μάλιστα το διπλανό του, το δεύτερο από αριστερά, μοιάζει ακόμα περισσότερο με λαβή. Το επόμενο είναι περισσότερο τρίποδας και σχεδόν καθόλου πουλί. Υπάρχει μόνο η ιδέα του πουλιού από αυτά που το περιβάλλουν.
Σαν να είναι ο τρίποδας δηλαδή η τέλεια αφαίρεση όταν θέλεις να ζωγραφίσεις ένα υδρόβιο πουλί με μακρύ κεφάλι.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
30.10.2014

Οι προφητείες της Μέλπως Αξιώτη: επαναλαμβάνοντας το παρελθόν, προβλέποντας το μέλλον.

melpo

Πλησιάζει στο τέλος της η ανάγνωσή μου του «Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη» του μυθιστορήματος που η Μέλπω Αξιώτη έγραψε στα Γαλλικά και που αριστοτεχνικά, βασιζόμενη στην ιδιαίτερη γλώσσα της συγγραφέως, η Τιτίκα Δημητρούλια μετέφρασε στα Ελληνικά.
Ενδιαφέρουσες οι σκέψεις της μεταφράστριας στο Επίμετρο, σκέψεις για τη γλώσσα τη μητρική, την οικειοποίηση του προς μετάφραση κειμένου – . Είναι Μέλπω αγαπημένη, ατόφια Μέλπω. Δεν έχω ακούσει ποτέ τη φωνή της αλλά νοιώθω πως έχω αναμνήσεις από αυτήν από μια άλλη ζωή. Υπάρχουν βεβαίως αυτοί που την έχουν συναντήσει και την θυμούνται. Για μένα η φωνή της είναι βαθειά και αριστοκρατική – τέλεια γαλλικά – ίσως όπως τα μιλούν οι Αιγυπτιώτες.

Η μεταφράστρια επιμελώς σημειώνει φράσεις, σκέψεις, εικόνες – εμμονές υποθέτω – της Μέλπως που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από παλαιότερα κείμενά της. Διηγήματα τον καιρό της Αντίσταστης κυρίως, από το Σύντροφοι καλημέρα, τα Χρονικά ή από ένα ποίημα τα Θαλασσινά. Ιστορίες τρομακτικές μέσα στο ποίημα που αξίζει να τις ξαναδιαβάσει κανείς κάτω από αυτό το πρίσμα της εμμονής της Μέλπως και της επανάληψης. Την ιστορία με το κατσαρόλι το εμαγέ και το κουτάλι την έχω διαβάσει κι εγώ στο διήγημα «Το σπίτι με το ρόπτρο». Όπως και την αγωνία της για το χειρόγραφο που όταν γίνει βιβλίο τυπωμένο δεν μπορείς να το αλλάξεις. Αυτό αναφέρεται σημειώνει η Τιτίκα Δημητρούλια σε ένα διήγημα «Το μικρό τυπογραφείο». Εγώ το θυμάμαι στην Κάδμω, το κύκνειο άσμα της που γράφτηκε είκοσι χρόνια αργότερα, έτσι που κοιτά τις άγραφες κόλλες με το ριγωτό χαρτί που κάποιος της προμηθεύει και που αν θα γίνουν βιβλίο δεν θα μπορεί πια να τις αλλάξει. Ο θάνατος του κειμένου δηλαδή η μνημείωση, η τυπωμένη του εκδοχή.

Αυτές οι επαναλήψεις, αυτές οι εμμονές, τόσο χαρακτηριστικές της Μέλπως. Ολόκληρο το έργο της στην υπηρεσία του εαυτού του. Τρέφεται με τις σάρκες της. Αναμνήσεις που έρχονται και επανέρχονται, δουλειά που έχει εκδώσει και λειτουργεί σαν λογοτεχνικό μνημονικό ημερολόγιο. Σαν κάθε μέρος του έργου να περιέχει το όλον. Και το παρελθόν αλλά και με κάποιο τρόπο το μέλλον.

Κανείς δεν ξέρει τι θα του συμβεί λέμε. Είναι αλήθεια όμως; Κάποιοι ξέρουν.
Είχα διαβάσει τη συγκλονιστική περιγραφή του πατριώτη της, του Παναγιώτη Κουσαθανά που την είχε συναντήσει στη Μύκονο την πατρίδα της, γύρω στα 1970, Ιούλιο μήνα, είχε επιστρέψει πια στην Ελλάδα από την εξορία. Η συνάντηση περιγράφεται στο διήγημά του το λίκνο της Χρυσαλίδας. Η Μέλπω φορά ένα πανωφόρι, ένα παλτό, Ιούλιο μήνα, ίσως έχει έναν μικρό λεκέ που κάποιοι σχολιάζουν. Το στρίφωμα νομίζω ξηλωμένο. Ο ίδιος καταπίνει την στεναχώρια του, ποιος να ξέρει τι σκεφτόταν τότε για τη Μέλπω ο δεκαπεντάχρονος μαθητής. Δεν μπορούσε πάντως να τη βοηθήσει. [ Έφτασαν στα χέρια μου χάρη στη μεσολάβηση της ζωγράφου Φωτεινής Στεφανίδη οι αγωνιώδεις επιστολές της προς τον αδελφό της τον Πανάγο και ένοιωσα την απόγνωσή της, διάβασα τις απελπισμένες εκκλήσεις της προς πάντες για μια μικρή οικονομική βοήθεια. Ποιος της στάθηκε αλήθεια τότε;]
Το πανωφόρι μέσα στον Ιούλιο, ο καθένας βάζει ό, τι θέλει με το μυαλό του. Και καταπίνει την πίκρα του για την ανθρώπινη μοίρα. Πόσο σκληρό είναι όταν κάτι συμβαίνει στον άλλο και δεν μπορείς να επέμβεις γιατί έχει ήδη συντελεστεί…
Διάβασα ωστόσο στο βιβλίο της αυτό το Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη μια δική της αναφορά στα παλτά που φορούν οι Γάλλοι το τ στο Παρίσι. Της είχε κάνει εντύπωση, Ιούλιο μήνα – το θυμάται καλά γιατί τότε ήταν που γιορτάζανε την Εθνική τους Γιορτή – που οι εποχές δεν ξεχώριζαν μεταξύ τους. Δεν ανέβαζαν χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά όπως στην Ελλάδα, στο τέλος του φθινοπώρου ή της άνοιξης όπως μάζευαν τα χαλιά από τα σπίτια ή και τα μπιμπελό για να μην χρειάζεται να τα ξεσκονίζουν συνέχεια.
Εκεί έχουν σε μια ντουλάπα τα ρούχα τους όλα μαζί, κοιτούν έξω τι καιρό κάνει και φορούν αναλόγως ό, τι χρειάζεται, ίσως και γούνα και παλτό τον Ιούλιο.
Μια ενότητα παρελθόν και μέλλον, γραφή και ζωή στη Μέλπω.
Σαν να της άγγιξε το μυαλό το χέρι του Θεού, όπως στον προφήτη Ιερεμία, και μπορούσε να βλέπει στο μέλλον, στο παρελθόν, στο παρόν. Μέσα στο έργο της έχει όλον τον κόσμο, όλον τον καιρό.

«Θεέ μου, κι ας μην υπάρχεις, κοίταξέ μας, νοιάξου μας», άρχιζε την προσευχή στο τραπέζι μια μυθική γιαγιά. Κάπου το διάβασα…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
19 Οκτωβρίου 2014

Φωτογραφίες του νερού

Πριν ένα χρόνο μάζευα φωτογραφίες του νερού. Κι έκανα σκέψεις για το φως. Δεν είχα ακόμη αυτό το μπλογκ, τις φλανερί και όλα τα κείμενα  και τις φωτογραφίες τα ανέβαζα στο φέησμπουκ. Μια αμεσότητα είχε αυτό. Εναν αυθορμητισμό. Ωστόσο η αμείλικτη χρονικότητα αυτού του μέσου καταπίνει τις αναρτήσεις. Δεν έχω βρει ακόμα τον τρόπο, εκτός από τον ημερολογιακό – αν θυμάμαι δηλαδή περίπου πότε έγραψα κάτι να το ξαναβρίσκω.
Αποφάσισα λοιπόν, όποτε βρίσκω λίγο χρόνο, και ψάχνω στις πίσω μου σελίδες, κάποιες αναρτήσεις να τις φέρνω και εδώ.
Να μπορώ να τις ξαναβρίσκω.
το έψαξα απόψε αυτό το κείμενο γιατί θυμόμουν ότι ανέφερε το ταξιδιωτικό ημερολόγιο του Τσε Γκεβάρα (χτες ήταν 9 Οκτωβρίου, επέτειος του θανάτου του) τις σκέψεις του για τα τοπία που έβλεπε και φωτογράφιζε χωρίς φωτογραφική μηχανή.

«Κάπου στον Άγγλο ασθενή του, ο Michael Ondaantje, γράφει για το φεγγάρι και τα παιχνίδια του φωτός. Λέει πως το φως του φεγγαριού όπως πέφτει πάνω στα δέντρα, δ ι α ι ρ ε ί τ α ι και μετά κάθεται πάνω στα φύλλα, σαν ένα πλήθος από ασημένια αηδόνια…
Ένας τρόπος δηλαδή, για να αναδημιουργήσει αυτό που είδε και να προσφέρει νοερά στον αναγνώστη του κάτι νέο, ένα διαφορετικό τοπίο από αυτό που και οι δύο τους ίσως θα έβλεπαν αν κοίταζαν το δέντρο και το φεγγάρι.
«Το φωτογραφημένο από τις σημειώσεις μου τοπίο» γράφει ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στα ημερολόγια μοτοσικλέτας, διακρίνοντας ανάμεσα σε αυτό που βλέπεις, σε αυτό για το οποίο γράφεις, και την εντύπωση αυτού που ενδεχομένως φωτογραφίζεις…
Αυτές τις μέρες εδώ, σε περιπάτους σε οικεία – και όχι και τόσο οικεία – τοπία, παρατηρώ τις γαλάζιες υδάτινες επιφάνειες, τα τοπία των δύο διαστάσεων, τις ρυτίδες και τις ανακλάσεις του φωτός στο νερό, τη μέρα και τη νύχτα και επιχειρώ, όσο γίνεται, να τις καταλάβω…
Αυτό το θαυμαστό αποτέλεσμα της ασυδοσίας των κυμάτων, την απόκριση της επιφάνειας στην ενέργεια του ανέμου, και μετά την τυχαιότητα, ο άνεμος που αλλάζει γνώμη, το σχήμα ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου πλέγματος, ένα τεράστιο κόσκινο…σαν συνέργεια, όλες οι κινήσεις μαζί αυθαιρέτως, ρυτίδες, περιοχές λείες, περιοχές σγουρές, ήρεμες, ταραγμένες, ένα μυστήριο…
Και μετά το θαυμαστό αποτέλεσμα της ανάκλασης του φωτός, οι μικροί σπινθηρισμοί, ανάλογα με το βάθος του νερού…
Σαν τον ήχο που κάνει ένας κουβάς νερού όταν πέφτει στο τοίχωμα μια πέτρα. Αλλιώς, πιο πνιχτός όταν ο κουβάς είναι γεμάτος, πιο καθαρός όταν είναι άδειος…
Και γράφει ο Έζρα Πάουντ στον Αλχημιστή του, για αυτές τις ανακλάσεις – σίγουρα θα έχετε δει πολλές τέτοιες περιγραφές αλλά αυτή είναι θησαυρός για τη λιτότητα και ταυτόχρονα την μαγεία της:
«Κυανό νερό, νιφάδες απ’ ασήμι»
Δεν χάνεις λοιπόν ποτέ από το νου, όταν αμέριμνα συλλέγεις φωτογραφίες του νερού, με τις δυνατότητες, όσο περιορισμένες και να είναι αυτές – της τεχνολογίας, το μόχθο του δημιουργού που την ομορφιά αυτή τη μίλησε και την έγραψε, ή εκείνου που στάθηκε μπροστά της, να τη ζωγραφίσει, να γεμίσει ο καμβάς του άμμο, για να τη σπουδάσει και μετά να την αναδημιουργήσει. Πώς απέδωσε τη διαφάνεια, αυτό το θαύμα, τις νιφάδες από ασήμι του Πάουντ, αφαιρώντας χρώμα με τη σπάτουλα, αφαιρώντας, αφαιρώντας ώστε να φανεί το υπόστρωμα, το πανί…
Οι φωτογραφίες είναι μέρα και νύχτα, από διαφορετικές παραλίες της Τζιας, και οι πίνακες είναι του αγαπημένου Βενσάν, η έναστρη νυχτα στο Ροδανό και το θαλασσινό τοπίο στην Αρλ. Από αυτόν τον τελευταίο πίνακα και η μεγέθυνση με τη διαφάνεια του αφρού.»