Κατοίκησα κι εγώ κάποτε σε ένα ίδιο σπίτι (ενθυμήματα)

Κατοίκησα κι εγώ κάποτε σε ένα ίδιο σπίτι.

Μια τέτοια σβούρα είχα.

Μυθική.

Όχι δεν είχα. Παρατηρητής.

Κι αυτό μετράει.

Να βλέπεις  την μαγική τέχνη της περιέλιξης, να φεύγει από τα χέρια του αγοριού, τι στρόβιλος, στο λίκνισμα να ανταγωνίζονται,  θα πέσει ή δεν θα πέσει, πέφτει – όχι  κρατάει  ακόμα λίγο και εσύ  να υπνωτίζεσαι. Κι ένα αριθμητήριο, ευσυνείδητα να ακολουθεί τις προσταγές των δακτύλων.  Είχα κι εγώ. Κατατάξεις, ανακατατάξεις, εξημερωμένοι αριθμοί. Ίσοι μεταξύ ίσων στην τέλεια διαίρεση.

Και στα μικρά μου παπουτσάκια  κρύβεται η φθορά. Πάλι τα βάψαμε.  (είχα κι εγώ τα ίδια) Να αντέχουν. Να πίνουν οι ρωγμές λευκότητα. Τα βήματα στο μέλλον να λαμπρύνουν. Στο παρόν.

Από εκεί που ακούμε τώρα απόμακρους, τους ίδιους ήχους. Γκαζάκια, λαλαρίδια του γιαλού χρωματιστά. Παραγγέλματα.

Από την άλλη χώρα. Το παρελθόν που λέγαμε. Που όλα συνέβαιναν τότε τα ίδια…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Μάρτιος 2014

005

 

007

 

008

 

009

 

 

 

(Φωτογράφησα χτες μια προθήκη σε μια μυθική γωνιά, το Λουκουμάκι, στον Ταύρο, κοντά στις γραμμές του τραίνου)

010

Passagenwerk

023

Φωτογράφησα τη Στοά Αρσακείου

(Υπό κλίση,  να φαίνεται περισσότερο  η οροφή)
Επρόκειτο για μια σκηνοθεσία, να τονίζει αυτό που ήθελα να θυμηθώ. Μια αποκάλυψη, μια στιγμιαία  κυριαρχία ενός άλλου χώρου. Μια αίσθηση αιωνιότητας. Αλλού.

Θυμήθηκα τον Walter Benjamin να σκουπίζει αδέξια τα γυαλιά του. Είχαν θαμπώσει από τους ατμούς που ανέδιδαν τα σώματα των χορευτών του Σουίνγκ.

Έκπληκτος άκουγε την μουσική. Ήθελε να σχολιάσει τη σχέση με τον πιλότο Λίντεμπεργκ, την καταγωγή του χορού. Με κοίταξε.

Του έδωσα ένα μολύβι swann  για να γράψει δυο αράδες σε ένα χαρτί.

(Πρόλαβα να προσέξω το φθαρμένο γιακά στο πουκάμισο και τα μανίκια του. Φορούσε μια ζακέτα μέσα από το σακάκι του.)

Δίπλωσε το χαρτί  στο μέσα μέρος ενός βιβλίου που είχε στην τσέπη του.  Ένας οδηγός του Παρισιού.

«Βρίσκεστε σε άλλη πόλη του είπα

Οι βιτρίνες μια μια αδειάζουν
Αυτόν τον καιρό

Ωστόσο το γυαλί, ο μεταλλικός σκελετός στις στοές είναι ίδια

Και εδώ

Σας αφήνω

Να περιπλανηθείτε»

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Μάρτιος 2014

Αnamneză του Διονύση Μαρίνου. Ατόφια δάκρυα χάριτος κάτω από τα χαλίκια των ματιών

AnamnezaΤέλειωσα προ ολίγου την ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Διονύση Μαρίνου. Αnamneză.  Ήμουν σχεδόν βέβαιη  πως το σύμβολο με το βραχύ άλφα – Α breve μου θύμιζε τα δάση των συμβόλων στις ρωμανικές γλώσσες, μου θύμιζε τις γλώσσες που μιλούν βορείως της δικής μας χώρας, σε μια χώρα που κάποτε έλεγαν Γιουγκοσλαβία, μου θύμιζε τη ζοφερή ατμόσφαιρα της νουβέλας του συγγραφέως Η τελευταία πόλη [1]…εκείνη την ποιητική αλληγορία, τον δρόμο μέσα στο σκοτάδι των προσφύγων.


Αυτό το κοίλο συμβολάκι πάνω στο άλφα, σαν που να ήθελε  να ονομάσει αλλιώς  την Ανάμνηση, την μνήμη,  τα θυμητικά, να αφήσει τον ποιητή να ενθυμηθεί, να τα  συνδέσει όλα σφιχτά χειροπιαστά  με το πριν, να πάρει μια απόσταση εξωτικού ονείρου. Όλα σε μια ενότητα να είναι. Το ποίημα μυθιστορία, η μυθιστορία ποίημα, η γλώσσα να μετατοπίζεται, να γίνεται η γλώσσα των ξένων.
Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις, πριν αρχίσω την ανάγνωση.


Διαβάζοντας τους στίχους του, όπως συνέβη όταν διάβασα και το μυθιστόρημά του, κατάλαβα πάλι πως ο Διονύσης είναι ένας ξεχωριστός ποιητής.  Μια ποίηση σαν σκληρά αξύριστα γένια σε μάγουλο ανδρός. Που τρυφερεύεσαι αγγίζοντας,  αλλά σε ξεβολεύει, ερεθίζει το δέρμα, σημαδεύει, πονά.

Dionisis
Μια δική του χαρακτηριστική υφή του λόγου, μια ιδιαίτερη σκληρά διατυπωμένη ευαισθησία. Ένα ταίριασμα διαφορετικών ποιοτήτων που σε αιφνιδιάζει, δια – κινεί αισθήματα, προκαλεί βαθύ πόνο, ξεβολεύει συγκινεί – στηριγμένη σε πλάτες γιγάντων έχει ειπωθεί. Οπωσδήποτε έτσι θα συμβαίνει και κάποτε χαίρεσαι να διαπιστώνεις τις οφειλές, ενίοτε ρητά διατυπωμένες. Η λόγια απόλαυση όμως, ωχριά μπροστά στη δημιουργική ορμή, στο νέο που έχει ήδη φέρει στα γράμματα ο Διονύσης Μαρίνος, στα δικά του φαντάσματα με τα οποία συνομιλεί, στα αισθήματα, σε μια υπαρξιακή μνημονοτεχνική της δυνατής παρουσίας και του στοχασμού.
Κάτω από την σκληρή γλώσσα των ματιών, τα χαλίκια, που πληγώνουν τα πόδια όποιου διαβάζει αλλά κυρίως τη γλώσσα εκείνου που γράφει, μια ασημένια συγκίνηση, ατόφια δάκρυα χάριτος, ατόφια ποίηση.

Εύχομαι να μείνει και να συνεχίσει ο Ποιητής.
Καλή στράτα στην Αnamneză του.

 

Πόλυ Χατζημανωλάκη
1η Μαρτίου 2014

095

Από την ενότητα ΓΥΝΑΙΚΑ, διαλέγω και αντιγράφω το δεύτερο ποίημα.

ΙΙ

γίνεται χειρότερα

η ανάσα της ένας κοκκινολαίμης

πάνω στο συρματόσχοινο·

εκείνος νοιώθει λυπημενος

νοιώθει περισσότερο λυπημενος

απ’ όλα τα δέντρα που τα σκιάζει

η αγάπη

και το κρασί που τρέχει

σ’ ένα ποτηρι θαύματος

πονάει γιατί άκουσαν μαζί

το «Nine Below  Zero» του Muddy Waters

και περπάτησαν στους ερημόδρομους

κρατώντας στα δάχτυλα μια παράξενη βλάστηση

και ζωγράφισαν σε χαρτόνια

όλο το γαλάζιο της ζωής

το βαρετό, ψυχρό, ναυαγισμένο γαλάζιο

μιας ημέρας ολότελα σπαταλημένης

κι ύστερα επέστρεψαν στη γαλήνη των λουλουδιών

και στο τσιγάρο το τελευταίο

άναμμα·

γίνεται χειρότερα

και σκέφτεται ότι πρέπει να ταϊσει τον σκύλο

να ανοίξει όλα τα παράθυρα

να μπλεχτεί με τα ασπροπούλια

να διαβάσει την πρώτη λέξη από το πρώτο βιβλίο του

Harold Norse

“The Undersea Mountain”

να γράψει το όνομά της με μικρά κόκκινα γράμματα

να ειδοποιήσει τους συγγενείς

να κοιμηθεί πέντε νύχτες

κρατώντας τα μικρά φτερά της στο στήθος του

και πέντε μέρες δίχως κεφάλι για προσευχή

μα αυτή τη στιγμή αυτό ακριβώς το λεπτό

καθώς όλο το ψωμί είναι φαγωμένο

και γίνεται χειρότερα

το μόνο που θέλει

είναι να πνιγεί ο κόσμος

σε μια νότα

σε μια τόση δα νότα

και τίποτα άλλο να μην υπάρξει

πέρα από αυτήν

στην παλάμη του

__________________

Σημείωση: Σκέφτηκα να συνοδεύσω την ανάρτηση με έναν Άγγελο, της Βαρβάρας Μαυρακάκη


[1] είχα τη χαρά να το προτείνω για τα θεατραναλόγια του Cabaret Voltaire όπου ανέβηκε πέρσι τον Δεκέμβριο σε σκηνοθεσία του Γιώργου Χατζιδάκι