Μικρή ροδιά στο μπαλκόνι μιας πολυκατοικίας μετά το κλάδεμα.

 

 

Δεν θα μου πείτε πού είναι η τρέλα της ροδιάς; /Στο βάθος ενός κήπου, στο μπαλκόνι /Χαρούμενα ο Ποιητής ανεμίζει ζωηρούς στίχους

Brightly

Τα όνειρα του χειμώνα όπως σαρώνονται/Πιστή στις παραδόσεις, υπάκουη η ροδιά μου

Bonsai

Ξεθωριασμένη/Ατραγούδιστη/Κλαδεύεται

[φωτογράφησα χτες μια κλαδεμένη μικρή ροδιά σε μπαλκόνι]
Πόλυ Χατζημανωλάκη
Φεβρουάριος 2014

006

005

004

003001

 

«Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι» του Κώστα Μαυρουδή και το πορτρέτο του στο γραφείο της Μις Μπρόντι…

043

Φωτογράφισα μια στολή Ερυθροχίτωνος από το Πολεμικό Μουσείο.

Οι Ερυθροχίτωνες (Γαριβαλδινοί) ήταν σώμα ελλήνων και Ιταλών εθελοντών που συστάθηκε στην Ελλάδα υπό τον Ριτσιότι Γκαριμπάλντι, γιο του Ιωσήφ, και πήρε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Στις επιχειρήσεις πάλι του ελληνοβαλκανικού πολέμου, 1912 – 1913 πήραν μέρος με αρχηγό τον Αλέξανδρο Ρώμα. Διακρίθηκαν στη μάχη του Δρίσκου στην Ήπειρο. Εκεί σκοτώθηκε ο Λορέντζος  Μαβίλης.

Lorentz

Σκέψεις μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι, μιας συλλογής μικρών κειμένων, σύντομων ποιητικών δοκιμίων , στοχασμών, τεκμηρίων, αναμνήσεων, σημειώσεων…

Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι έχουν κάνει πια ένα μακρύ ταξίδι από  ένα παλαιοπωλείο της στην Τοσκάνη και κυματίζουν στο τέλος του βιβλίου,  στο παράθυρο ενός ηλικιωμένου άνδρα, «ήρεμο δαιμόνιο που μας οικειώνει με το πέρασμα του χρόνου και την απέραντη επικράτεια των όσων έχουν περάσει»

Γκαριμπ

Εδώ  ανακάλυψα πάλι το πνεύμα του κυνός (πρβλ το πρόσφατο βιβλίο του η Αθανασία των σκύλων )
«Το παρελθόν μας συμπεριφέρεται σαν εκείνον που κρατάει το λουράκι (αυτό που επιμηκύνεται κατά βούλησιν) και επιτρέπει στο τετράποδο την αίσθης του αυτεξούσιου, ενώ το ζώο παραμένει απολύτως εξαρτημένο από τις διαθέσεις του προσώπου που το οδηγεί)».

Βρήκα ακόμα την αναφορά στον σκύλο μπροστά στο χωνί της His Master’ s Voice και πρώτη ύλη – από μελλοντικά ποιήματα του συγγραφέως,   όπως το επεισόδιο με τον γιατρό – επιπλοποιό που αφουγκράζεται με το στηθοσκόπιο τους παλμούς των επίπλων, τις υπογραμμίσεις του πατέρα στη Μαντάμ Μποβαρύ, τον έλεγχο επιβάτη με υπερμετρωπία και άλλα που νομίζω ότι αναγνωρίζω και ίσως να μην αναγνωρίζω…

Μπροντ

Επιστρέφω στον Γκαριμπάλντι, τον επαναστάτη με μια αναφορά στη γοητεία που ασκούσε στις Βρετανίδες καθηγήτριες τον 19ο αιώνα. Είχα υποθέσει σε δικό μου κείμενο  ότι η Σαρλότα Αυγούστα Γουάνταμς, η δεύτερη σύζυγος του Ανδρέα Κάλβου  ήταν οπαδός του  και ότι  είχε αναρτήσει το πορτρέτο στην αίθουσα καθηγητών του Κολλεγίου της. Αυτό συνάδει με το ότι ο σύζυγός της υπήρξε κάποτε Καρμπονάρος. Το ίδιο είχε συμβεί και στο γραφείο της Μις Μπρόντι – και αυτή θαύμαζε τον Γκαριμπάλντι – στο βιβλίο της  Μιούριελ Σπαρκ, η Μις Μπρόντι στο άνθος της ηλικίας της. Και εκεί ένα πορτρέτο του στόλιζε το γραφείο της να το βλέπει και φαντάζεται τις εξεγέρσεις, να ηρεμεί και να ανακουφίζεται η ταραγμένη της καρδιά μέσα στην αυστηρότητα του Κολλεγίου που δίδασκε…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Φεβρουάριος 2014

Βιτρίνες παραδοσιακών κουρείων

Ανακάλυψα ένα παραδοσιακό κουρείο στην Στοά Κοραή, περπατώντας από τη Μαυρομιχάλη μέχρι το Σύνταγμα.
Νύχτα αλλά άπλετο φως στη Στοά, για να φωτογραφίσω το γυάλινο βαρελάκι της κολώνιας  με την ανάγλυφη επιγραφή Μενούνος –  με το βρυσάκι του, μια όμορφη λεπίδα για ξύρισμα και μια χειροκίνητη μηχανή…  Δυο σαπουνάκια.

Κατηφόρισα μετά την οδό Απόλλωνος, λίγο πιο κάτω από τη  Βουλής, απέναντι σχεδόν από εκεί που είχε το εργαστήρι ραπτικής της η Μέλπω Αξιώτη  [Περισσότερα εδώ: Μέλπω Αξιώτη: Απόλλωνος και Βουλής 7. ότε την εστρατολόγουν δια το έντιμον των ραπτριών επάγγελμα] Εκεί είχα  φωτογραφίσει πρόχειρα μια βιτρίνα με μισοκατεβασμένα τα ρολά.  Απόψε ήταν ανεβασμένα, το κουρείο κλειστό και φωτισμένο με ένα παράξενο μπλε φως σαν ενυδρείο.

Από τη μεριά του σκοταδιού, πώς φαντάζουν, τα παράξενα σύνεργα της τέχνης: Βούρτσες, πούδρες, ψαλίδια, λεπίδες, χειροκίνητες μηχανές για το κούρεμα, με μια ή δυο σκάλες, κολώνια, μπριγιόλ… και άλλα φτιαγμένα για τη δημόσια θαλπωρή.

Ανάρτησα και μια φωτογραφία του Γουσταύου του Άσενμπαχ από την ταινία, όπως δέχεται την περιποίηση σε ένα κουρείο της Βενετίας.

Να μεταμορφωθεί, να κρύψει τα σημάδια της φθοράς, να περιβληθεί τη νεότητα.

Να συναντήσει τον θάνατο.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Φεβρουάριος 2014

001005

006

010

007

015016017

018019021025024death in venice.landscape

Ψηφίζω κόκκινο, είπε ο ποιητής. Εγώ γαλάζιο.

Ψηφίζω κόκκινο, λέει ο ποιητής. Εγώ γαλάζιο.

Κι εγώ.

Μικρά αφιερώματα, πρώτης ανάγκης, για το δρόμο τον αρχαιότερο του κόσμου.  Ομοιώματα ανθρώπων, φυλαχτά. Ξόρκια.
Για τη μετέπειτα ζωή, αστερισμοί θαμποί.

Δίπλα στα χρυσά και ασημένια αφιερώματα, μια σύγχρονη δημιουργία με τον τρόπο της παράδοσης [Μουσείο Μπενάκη].

160

 

Το κενό και το αποτύπωμά του. Οδός Σίνα

Για την εξάσκηση του να χάνεσαι περιπλανώμενος σε μια πόλη  όπως χάνεσαι σε ένα δάσος– έγραψε κάποτε ο Walter Benjamin. Πώς τα ονόματα των δρόμων μιλούν τους ήχους των ξερών κλαδιών που τρίζουν και πώς οι μικροί δρόμοι στο εσωτερικό της πόλης  αντανακλούν καθαρά τις ώρες της μέρας, όσο και σε μια βουνοπλαγιά.

 

Με το δικό  του τρόπο  να βλέπω την πόλη αλλιώς. Σκοτεινοί  συνειρμοί.
Τα καλοζυγισμένα ίχνη των κτιρίων που λείπουν. Περιγράμματα, σκιές, φαντάσματα του γκρίζου δάσους.

Επιζούν. Το κενό και το αποτύπωμά του.

 

Χτες ανηφόριζα την οδό Σίνα.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Φεβρουάριος 2014

024025

 

026

028

 

027

 

 

029

Ολυμπιάς χρηστή χαίρε

Η μικρή Ολυμπιάς κρατά στο στήθος της ένα πουλί.Η μικρή Ολυμπιάς είναι νεκρή.

Αναγνωρίζετε στην κίνηση των ώμων, στο σφίξιμο στο στήθος – αχ –  η  τρυφερότητα των μικρών κοριτσιών, η πληθωρική…

Τα δαχτυλάκια των χεριών πλέκονται γύρω από το περιστέρι. Μια αθωότητα. Όχι σαν εκείνη την αισθησιακή εικόνα, με την μικρούλα που  του δίνει ένα απαλό φιλί στο ράμφος.

Η  Ολυμπιάς  η χρηστή, το καλό κορίτσι, με τα μαλλιά όμορφα χτενισμένα ψηλά, φροντισμένη, η αγαπημένη των γονιών της, ίσως αγοροκόριτσο  ακόμα στα παιχνίδια της,  αλλά εδώ την αιφνιδίασε ο θάνατος. Ο γλύπτης την ετοίμασε για την αιωνιότητα. Χαίρε.

126

125

 

 

_______
Η ταφική στήλη με την Ολυμπιάδα είναι  έργο της εποχής του Αδριανού (117 – 138 μ.Χ)  και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών